ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Μαρία Κάλλας, η Ελληνίδα με την θεϊκή φωνή έζησε για την τέχνη και τον έρωτα
© АПЕ-МПЕ
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαρία Κάλλας, η Ελληνίδα με την θεϊκή φωνή έζησε για την τέχνη και τον έρωτα

Vissi d'arte, vissi d' amore. Τα λόγια της Φλόρια Τόσκα από την ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι ταυτίζονται, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με τον βίο της Μαρίας Κάλλας, της μεγαλύτερης ντίβας της όπερας. Της γυναίκας, που η φωνή θα συνεχίσει να αντηχεί στο σύμπαν, ακόμα και… μετά το τέλος της Γης, ταξιδεύοντας σε κάποιο δορυφόρο, μαζί με τη μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του Πλάτωνα και άλλα επιτεύγματα του γένους του ανθρώπου, αναζητώντας στο σύμπαν όντα με προχωρημένη νοημοσύνη…

Η κατά τον Φράνκο Τζεφιρέλι «πρώτη —και τελευταία μέχρι στιγμής- σοπράνο που ξεπέρασε τα όρια της τέχνης της και καθιερώθηκε ως η πριμαντόνα σταρ που έφερε την όπερα κοντά στην αντίληψη των μαζών», γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923, στη Νέα Υόρκη ως Μαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου. Ήταν κόρη Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ, του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος.

Ξεκίνησε από νωρίς να ασχολείται με τη μουσική, διδάχτηκε μαθήματα πιάνου-σολφέζ, ενώ κέρδισε το πρώτο της βραβείο μόλις στα 11 της χρόνια, σε διαγωνισμό παιδικού τραγουδιού. Το 1937, μετά το διαζύγιο των γονιών της, έρχεται στην Ελλάδα με τη μητέρα της και την αδελφή της και φοιτά στο Εθνικό Ωδείο. Η Σαντούτσα στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» ήταν ο πρώτος της ρόλος. Δύο χρόνια μετά θα γραφτεί στο Ωδείο Αθηνών, στην τάξη της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο.

Επιστρέφει στις ΗΠΑ μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Σεπτέμβρης του 1945 την βρίσκει ξανά στη Νέα Υόρκη να προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να βρει δουλειά στη Μητροπολιτική Όπερα. 

© АПЕ-МПЕ

Η συγκεκριμένη ακρόαση θα της φέρει προτάσεις για ρόλους που η ίδια θα απορρίψει στα έργα Φιντέλιο του Μπετόβεν και Μαντάμ Μπατερφλάι του Πουτσίνι, καθώς δεν θέλει να τραγουδήσει αγγλικά τον Φιντέλιο ενώ ταυτόχρονα νιώθει πολύ εύσωμη για να ενσαρκώσει την αέρινη Μπατερφλάι.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Αρένας της Βερόνα Τζοβάνι Τζενατέλο που θα γνωρίσει, στη συνέχεια, θα την οδηγήσει στην Ιταλία, όπου τον Αύγουστο του 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση με την Τζοκόντα του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Ακολουθεί  η ερμηνεία της ως Ιζόλδη στη Βενετία και η καθοριστική γνωριμία της με τον Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, τον οποίο παντρεύεται το 1949. Η επιρροή του Μενεγκίνι υπήρξε καταλυτική για την καριέρα της, ωθώντας την να αλλάξει, μετά από σκληρή δίαιτα, την εμφάνισή της και μετατρέποντας την εύσωμη κοπέλα με την θεία φωνή, στην απόλυτη Ντίβα.

Τον Δεκέμβρη του 1951 θα ανοίξει με τον «Σικελικό Εσπερινό» τη σεζόν στη Σκάλα του Μιλάνου, όπου θα συνεχίσει για τα επόμενα επτά χρόνια να γνωρίζει μεγάλους θριάμβους, με την «Τραβιάτα» του Βέρντι σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι να ξεχωρίζει ανάμεσά τους.

Το 1956 θα εμφανιστεί για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, ως Νόρμα στο ομώνυμο έργο του Μπελίνι. Επιστρέφει στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1957 για να εμφανιστεί στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Έχει ήδη γνωρίσει τον μοιραίο άνδρα της ζωής της, τον Αριστοτέλη Ωνάση, δυο μήνες πριν, σε δεξίωση της Αμερικανίδας κοσμικογράφου Ελσα Μάξγουελ. Μια από τις πιο πολυσυζητημένες σχέσεις έχει ήδη ξεκινήσει, με τους παπαράτσι να τους πολιορκούν παντού. Οι φωτογραφίες του ζευγαριού  έκτοτε έκαναν τον γύρο του κόσμου. Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου "Νόρμα", στέλονοντας ρίγη συγκίνηση στους συμπατριώτες της και το επόμενο έτος "Μήδεια" σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Η Νόρμα είναι ο αγαπημένος της ρόλος, ομολογεί η ίδια σε συνέντευξή της στον Άγγλο μουσικοκριτικό Derek Prouse το 1961: «Όποτε ερμηνεύω τη Νόρμα είμαι ευτυχισμένη. Νομίζω ότι της μοιάζω. Είναι πολύ υπερήφανη για να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα αλλά στο τέλος υποκύπτει. Μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κακία ούτε νιώθει αδικημένη από δυσμενείς καταστάσεις, τις οποίες, εν τέλει, έχει προκαλέσει η ίδια» είχε παραδεχτεί η Μαρία Κάλλας σ΄ εκείνη τη συνέντευξη, που  δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στους «Sunday Times»

Στη Σκάλα του Μιλάνου επέστρεψε το 1962 και κοινό και κριτικοί την αποθέωσαν ως Μήδεια, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.

Ο Φράνκο Τζεφιρέλι θα την πείσει το 1964 να συμμετάσχει σε μια νέα παραγωγή της Τόσκα στη σκηνή του Κόβεν Γκάρντεν, στο Λονδίνιο, μια παράσταση που η κριτική την υποδέχεται ιδιαίτερα θερμά, για να ακολουθήσει ο θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη "Νόρμα", παρά τα φωνητικά προβλήματα που άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική, λύοντας και τυπικά τον γάμο της με τον Μενεγκίνι. Όμως η πρόταση γάμου που περιμένει από τον Αριστοτέλη Ωνάση δεν φθάνει ποτέ, καθώς εκείνος θα παντρευτεί την χήρα του προέδρου Κέννεντυ, Τζάκυ. Ωστόσο, οι φήμες λένε πως η σχέση της με τον Ελληνα μεγιστάνα, παρά τις ουσιαστικές τους διαφορές, ουσιαστικά δεν τέλειωσε ποτέ. Παλεύοντας με την κατάθλιψη, τα επόμενα χρόνια, γίνεται η Μήδεια στην κινηματογραφική εκδοχή του Πιερ-Πάολο Παζολίνι («για μένα υπάρχει ένα κενό στο σύμπαν, ένα άνοιγμα στο σύμπαν, και συ τραγουδάς από εκεί», θα γράψει γι'αυτήν ο σκηνοθέτης) ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει και δίνει ρεσιτάλ. Στις 11 Δεκεμβρίου του 1974, θα εμφανιστεί για τελευταία φορά στην πόλη Σαπόρο, στην Ιαπωνία.
Η θρυλική Ντίβα πέθανε στο Παρίσι, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου έρωτά της. Οι επιστήμονες απορρίπτουν, πλέον, τις φήμες περί αυτοκτονίας για χάρη του Ωνάση και αποδίδουν το θάνατό της σε δερματομυοσίτιδα, μια ασθένεια που επηρεάζει τους μύες και τους ιστούς γενικά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του λάρυγγα. Η τέφρα της σκορπίστηκε, σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία, στα νερά του Αιγαίου πελάγους…

Μαρία Μάζη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ