ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Жизнь каракачан – бесконечное путешествие
© ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ζωή των Σαρακατσάνων ένα αδιάκοπο ταξίδι, μία περιπλάνηση

του ανταποκριτή μας Αποστόλη Ζώη

Σε λίγες ημέρες και συγκεκριμένα του Αγίου Γεωργίου, κάθε τσελιγκάτο των Σαρακατσάνων, μόνο του, ξεκινούσε από τα χειμαδιά για να ανέβει στα βουνά για να «ξεκαλοκαιριάσει».

Στα μέσα ή στα τέλη του Μάη το τσελιγκάτο έφθανε στα «ψηλώματα», όπου ξεκαλοκαίριαζε κι από όπου πάλι το φθινόπωρο, λίγο πριν ή λίγο μετά από του Αγίου Δημητρίου, εγκατέλειπε τα βουνά και κατέβαινε στα «χειμαδιά», στα «χαμηλώματα».

Σημαντικά στοιχεία για τη ζωή και την οργάνωση των Σαρακατσάνων μάς προσφέρει, η αρχιτέκτων μηχανικός Κωνσταντίνα Ι. Καραλή, σε μία ενδιαφέρουσα εργασία, που παρουσιάστηκε σε συνέδριο του Φιλολογικού Ιστορικού Λογοτεχνικού Συνδέσμου (ΦΙΛΟΣ) Τρικάλων.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR

Το τσελιγκάτο

Οι Σαρακατσάνοι, σύμφωνα με την κ. Καραλή, είναι οργανωμένοι σε τσελιγκάτα με πατριαρχικό τρόπο. Τo σαρακατσάνικο τσελιγκάτο είναι ένας οικονομικός συνεταιρισμός, τον οποίο αποτελούν συγγενικές, κυρίως, οικογένειες αλλά και ξένοι, οι σμίχτες. Κάθε τσελιγκάτο διαθέτει έναν αρχηγό που προέρχεται από την πιο εύρωστη, οικονομικά, οικογένεια. Ο αρχηγός ονομάζεται τσέλιγκας, είναι έξυπνος, δραστήριος, κοινωνικός και όλοι υπακούουν σε αυτόν. Τσέλιγκας γίνεται όχι ο μεγαλύτερος σε ηλικία, αλλά ο ικανότερος. Σε κάθε τσελιγκάτο, εκτός από τον τσέλιγκα, υπάρχουν οι αρχηγοί της κάθε οικογένειας, οι ονομαζόμενοι «σμιχτάδες», οι οποίοι αναλαμβάνουν διάφορες δραστηριότητες ανάλογες των δυνατοτήτων τους. Επίσης, στο ανθρώπινο δυναμικό του τσελιγκάτου ανήκουν και οι τσομπάνηδες ή πιστικοί, οι οποίοι προσλαμβάνονται να δουλέψουν με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό.

Όπως δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Καραλή, η ζωή των Σαρακατσάνων είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι, μία περιπλάνηση. Εποχικές μετακινήσεις, ώστε να βρουν τις κατάλληλες βοσκές για τα ζώα. Οι Σαρακατσάνοι κινούνταν ελεύθερα σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο, όπου ομιλούνταν η ελληνική γλώσσα έως τα τέλη της Τουρκοκρατίας. Συγκεκριμένα, στα βουνά της Αλβανίας ή της βόρειας Ηπείρου, καθώς και στα βουνά της νότιας Ηπείρου, στους κάμπους των παραλίων καθώς και στους κάμπους της Στερεάς και της Θεσσαλίας, αλλά και σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Θράκη, φθάνοντας ως την Αττική, την Εύβοια και τη βόρεια Πελοπόννησο. Όταν, όμως, οι χώρες της βαλκανικής χερσονήσου δημιούργησαν σύνορα μεταξύ τους, οι μετακινήσεις των Σαρακατσάνων περιορίστηκαν στην ελληνική χερσόνησο. Αλλά, με αυτήν τη χάραξη των νέων συνόρων πολλοί Σαρακατσάνοι έμειναν αποκλεισμένοι σε γειτονικές χώρες.

Αρχιτεκτονική

Σύμφωνα με την ερευνήτρια, οι Σαρακατσάνοι δημιούργησαν μία αυθόρμητη αρχιτεκτονική, προσαρμοσμένη στον τρόπο ζωής τους. Με τη λέξη κονάκι εννοούμε τη γονική εστία των Σαρακατσαναίων, το σπιτικό τους, που με τόση όρεξη το κατασκεύαζαν κάθε φορά που εγκαθίστανται σε ένα μέρος. Οι Σαρακατσάνοι δεν έφτιαχναν ποτέ κονάκια στο ανήλιο, γιατί ήξεραν πολύ καλά πόσο ευεργετικός και ζωογόνος είναι ο ήλιος τον χειμώνα. Επίσης, προτιμούσαν να επιλέγουν τοποθεσία σε ρίζωμα κάποιου λόφου ή βουνού και όχι στη μέση του κάμπου, ώστε να είναι τα κονάκια τους προστατευμένα από τους ανέμους. Ακόμη, το έδαφος θα έπρεπε να είναι κάπως επικλινές, ώστε να μη συγκρατεί νερά εξασφαλίζοντας στεγανότητα.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ/STR

Η περίκεντρη καλύβα των Σαρακατσαναίων, κυκλική στην κάτοψή της και ωοειδής στην τομή της, αποτελεί σπάνιο δείγμα αυθόρμητης αρχιτεκτονικής.

Κύρια μορφή της σαρακατσάνικης καλύβας είναι το ορθό ή τουρλωτό καλύβι, το οποίο έχει το ίδιο σχήμα, τον ίδιο τρόπο κατασκευής και τις ίδιες ονομασίες των επιμέρους τμημάτων του σε όλες τις περιοχές που βρίσκονται Σαρακατσάνοι, ακόμη και έξω από τα σημερινά ελληνικά σύνορα.

Όλα τα καλύβια, από τα μικρότερα (τσάρκος, καλυβούλες κ.α) ως και τα μεγαλύτερα (καλό καλύβι), βασικά, έχουν τον ίδιο τρόπο κατασκευής. Πριν αρχίσουν την κατασκευή του καλυβιού, καθορίζουν τις διαστάσεις που θα του δώσουν, ανάλογα με το είδος του (παρακαλύβα, καλυβούλα, καλό καλύβι κ.α), τα άτομα που θα στεγάσει, καθώς και τον χώρο που χρειάζονται για το βιό τους. Πρώτη δουλειά των γυναικών έιναι να συγκεντρώσουν όλα τα απαραίτητα υλικά (μεγάλα κλαδιά, χόρτα, βούρλα, φυλλώματα). Στη συνέχεια, οι γυναίκες σκάβουν με το τσαπί το χώμα, ισοπεδώνουν και καθαρίζουν το έδαφος από πέτρες και άλλα. Για να ορίσουν την κάτοψη μετρούν με τα πόδια τη διάμετρο της κυκλικής βάσης, μετά βάζουν στο χώμα ένα μικρό ξύλινο παλούκι με διχάλα, το φουρκάκι, και ακολούθως παίρνουν μία τριχιά, κάνουν μία θηλιά και την περνάνε στο φουρκάκι. Τεντώνουν την τριχιά και μετράνε με τα πόδια τους όσο θέλουν να είναι η διάσταση του καλυβιού και στο σημείο που θέλουν δένουν έναν κόμπο στη θηλιά. Αυτό είναι το μέτρο που θα χαράξουν την περιφέρεια του καλυβιού. Φέρνουν γύρω-γύρω την τριχιά και εκεί που πέφτει ο κόμπος κάνουν τρύπες μέσα στο χώμα. Καθαρίζουν τα παρακλάδια από τα ξύλα που έχουν μαζέψει και τα βάζουν στις τρύπες. Αυτά είναι τα ορθά λούρα ή μπηχτάρια. Όταν στήσουν τα μπηχτάρια προσέχουν για τον προσανατολισμό της καλύβας, δηλαδή για το μέρος που θα γίνει το άνοιγμα, η είσοδος. Αυτό προσδιορίζει και τη μπροστινή όψη της καλύβας, το αστήθι. Έπειτα, κατασκευάζεται η κατσούλα, η οποία θα αποτελέσει το τελείωμα και τη στέγη της καλύβας. Ο αριθμός των λούρων της κατσούλας είναι ίδιος με τον αριθμό των μπηχταριών.

Όταν σηκώνεται το κάθε καλύβι, είναι νόμος απαράβατος να βοηθήσουν όλοι όσοι απαρτίζουν τη στάνη, άντρες και γυναίκες. Συχνά μαζεύονται πάνω από 20 άτομα, επειδή η φούρκα με τα λούρα είναι πολύ βαριά. Πρώτα εύχονται και μετά ένα γερό παλικάρι σηκώνει τη φούρκα και την τοποθετεί σε μία τρύπα που έχουν κάνει από πριν στο κέντρο της καλύβας. Την κρατάει εκεί, ενώ οι άλλοι παίρνουν από ένα ή δύο λούρα, τα ανοίγουν και αρχίζουν να τα δένουν με τα μπηχτάρια, ώστε να στερεωθεί η κατσούλα. Μόλις σηκώσουν το καλύβι και στήσουν τον σκελετό της στέγης φεύγουν όλοι. Οι γυναίκες που χτίζουν το καλύβι αφήνουν τη φούρκα στη θέση της, ώσπου να τελειώσει όλη η κατασκευή του καλυβιού. Πολλές φορές, μάλιστα, την άφηναν δύο ή τρεις μήνες, για να ξεραθεί καλά το κλάρωμα του καλυβιού και να γίνει ένα καλοδεμένο σώμα. Άλλες φορές την άφηναν για πάντα. Ακολουθεί το χάρτωμα της καλύβας, δηλαδή η στερέωση του σκελετού. Αυτό γίνεται με το πλέξιμο των οριζόντιων με τα κατακόρυφα κλαδιά. Έτσι, τα κάθετα στοιχεία του σκελετού δένονται με βέργες που σχηματίζουν ομόκεντρους κύκλους ως προς την περιφέρεια της καλύβας. Μόλις τελειώσει ο σκελετός της καλύβας, αρχίζουν να κλείνουν τις τρύπες του καλυβιού, δηλαδή να το κλαρώνουν με φυλλώματα. Το σκεπάζουν πρώτα από μέσα με λίγο κλαρί για να ισιώσει και μετά αρχίζουν να το σκεπάζουν εξωτερικά με σάλωμα (άχυρα, βούρλα, φυλλώματα). Η επίστρωση γίνεται από κάτω προς τα πάνω. Τέλος, σε κάθε καλύβι, μόλις τελειώσει όλη η κατασκευή, βάζουν επάνω στην κορυφή της κατσούλας έναν σταυρό ή ένα χλωρό κλαρί για φυλαχτό και για γούρι.