ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
«Θησαυροί ένθεης τέχνης» στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας
© ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Θησαυροί ένθεης τέχνης» στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας

Εκεί, όπου η τέχνη συναντά την προσευχή και η ιστορική αφήγηση τις ζωντανές μνήμες.

Οδοιπορικό μυσταγωγίας και ξενάγησης του ΑΠΕ ΜΠΕ στις βυζαντινές εκκλησίες του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Εκεί,όπου η τέχνη συναντά την προσευχή και η ιστορική αφήγηση τις ζωντανές μνήμες.

Θέαμα που δημιουργεί έκσταση και πνευματική ανάταση οι ναοί, που όχι απλώς σώζονται, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν θυμίζοντάς μας ότι ο ορίζοντας του χρόνου καμπυλώνει για να αγκαλιάσει τις προσευχές όλων των ανθρώπων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.«Θησαυροί ένθεης τέχνης, κληρονομιά αιώνων, που στέκονται σιωπηλοί και ταπεινοί, μα συγχρόνως υποβλητικοί και ευλογητικοί, στο ιστορικό κέντρο, στην αρχαία Αγορά, στο Μοναστηράκι, στην Πλάκα, στα Αναφιώτικα και σε άλλες όμορφες και γραφικές γωνιές της ξεχασμένης Αθήνας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Ιερός Ναός της Παναγίας της Καπνικαρέας: θεία παρέμβαση

Ο ναός της Καπνικαρέας στο σύγχρονο εμπορικό κέντρο της πόλης, στην οδό Ερμού, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, που σχεδόν πάντα συνενώνει το υπερβατικό με το γήινο, μέσα από καλλιτεχνήματα απαράμιλλης ποιότητας. Αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου, είναι μια υπόμνηση της υψηλότερης και αγνότερης αγάπης που μπορεί να εκδηλώσει ένας άνθρωπος, η Θεοτόκος, προς τον Θεό.

Η ονομασία του ναού πιθανόν σχετίζεται με την ιδιότητα του κτήτορά του, ο οποίος ήταν εισπράκτορας φόρων της ακίνητης περιουσίας, (Καπνικός φόρος: λογιζόταν με βάση τις καπνοδόχους του κάθε οικήματος). Είναι ένας σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία, ο οποίος οικοδομήθηκε στα τέλη του 11ου αι. Το παρεκκλήσι, που είναι προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά, είναι αφιερωμένο στην Αγία Βαρβάρα. Δεν έχουν διασωθεί σαφείς πληροφορίες για την εσωτερική διακόσμηση του ναού. Στην τοιχοποιία του ανιχνεύονται οικοδομικά στοιχεία της κλασικής αρχαιότητας, δείγμα της συνεχούς τάσης των προγόνων μας να οικοδομούν ναούς και ιερά πάνω σε προγενέστερες ανάλογες κατασκευές.

© Wikipedia/

Η τάση αυτή υπηρέτησε και υπηρετεί μέχρι και σήμερα τη συνεχή ανάγκη των ανθρώπων να αναφέρονται στο υπερβατικό και να νοηματοδοτούν την καθημερινή τους ζωή από δεδομένα που αντλούνται από το επίπεδο της πίστης αλλά αποτυπώνονται στο πεδίο των αισθήσεων. Αυτά τα δεδομένα ενέπνευσαν το διάσημο αγιογράφο και λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου, ο οποίος και κόσμησε τη μικρή αυτή Εκκλησία με τη Θεοτόκο την Πλατυτέρα, θέμα που περιγράφει την ωραιότητα της ταπείνωσης που εξυψώθηκε στα έσχατα όρια από την ένσαρκη Αγάπη, τον Χριστό.

Ο ναός διεσώθη δύο φορές, ύστερα από διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής και τη δραστική παρέμβαση του πατέρα τού Όθωνα, Λουδοβίκου της Βαυαρίας, από προγραμματισμένη κατεδάφιση, σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο του αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Από το 1931, ο ναός λειτούργησε ως πανεπιστημιακός για την πρακτική άσκηση των φοιτητών της Θεολογικής, ενώ από το 1932 ανήκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εξ ου και η ονομασία του «Ιερός Πανεπιστημιακός Ναός».

Η Πλατυτέρα, κατά τον π. Δημήτριο Στανιλοάε φανερώνει το αποκορύφωμα της αγάπης: «Η αγάπη της για τον Υιό του Θεού, γεμάτη από την αγάπη του Υιού του Θεού για αυτήν, ενώνει την παρθενία με τη γέννηση, εξηγώντας αυτό το μυστήριο που δεν κατανοείται από μια λογική που της λείπει η αγάπη· αυτή η αγάπη εξηγεί ακόμη το γεγονός ότι μένει πάντα Παρθένος, αν και έγινε Μητέρα και δεν σκέφτηκε ποτέ παρά μόνο τον Υιό της. Γι' αυτό εικονίζεται πάντα με τον Υιό της στα χέρια ή πλάι στον Υιό της σε στάση προσευχής. Γι' αυτό απευθύνουμε σ' αυτήν περισσότερο απ' όσο σε όλους τους αγίους τις προσευχές μας, πεπεισμένοι ότι η ένωση με τον Υιό της, βασισμένη σε μια αγάπη πολύ μεγαλύτερη από την ένωση και την αγάπη ανάμεσα σε κάθε άλλο δημιούργημα και Εκείνον, την κάνει να εισακούγεται περισσότερο από κάθε άλλον άγιο ή άγγελο από τον Υιό της, όταν προσεύχεται για μας» — Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Δημητρίου Στανιλοάε, Η άσπιλος παρθενία της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 2014.

Μονή Πετράκη: βυζαντινή εκκλησία στην καρδιά της Αθήνας

Ορατή έκφραση της πίστης προς τον Θεό και της αδιάκοπης, μέσα στους χριστιανικούς αιώνες, λατρείας προς Αυτόν, η Μονή Πετράκη ή Άγιοι Ασώματοι Ταξιάρχες, εκκλησία στην καρδιά της πόλης των Αθηνών, στο Κολωνάκι. Αφιερωμένη στους ισχυρούς προστάτες, ουράνιους φύλακες, τα Ασώματα Τάγματα, γνωστά σε όλους μας ως άγγελοι.

Η ονομασία της μονής οφείλεται στον ιερομόναχο Παρθένιο Πετράκη, γιατρό καταγόμενο από τη Δημητσάνα, ο οποίος το 1673 ανακαίνισε με δικά του έξοδα τον ημιερειπωμένο ναό. Μάλιστα, μέχρι το 1840, οκτώ ηγούμενοι της μονής προέρχονταν από την οικογένεια Πετράκη.

Ο ναός κατασκευάστηκε τον 13ο ή 14ο αι. και είναι τύπου εγγεγραμμένου σταυροειδών με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες. Τα κιονόκρανα είναι κορινθιακού ρυθμού, ενώ ο διπλός νάρθηκας είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Η σημερινή μορφολογία του ανάγεται στους μετά το 1804 χρόνους, διότι τότε, επί ηγουμενίας Διονυσίου Α' Πετράκη, έγινε η προσθήκη του εξωνάρθηκα και του τρούλου πάνω από τον αρχικό νάρθηκα.

Ο κυρίως ναός φέρει πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο, έργο του Αργείου ζωγράφου Γεωργίου Μάρκου το 1719. Οι τοιχογραφίες αυτές αποτελούν το πρώτο γνωστό με επιγραφή έργο του ζωγράφου.

© Wikipedia/

Αρχικά, η Μονή των Ταξιαρχών ήταν μετόχι της Μονής Καρέα επί του Υμηττού, αργότερα όμως, η ακμάζουσα Ιερά Μονή Πετράκη ενσωμάτωσε ως μετόχι της τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Καρέα που είχε άρχισε να παρακμάζει και οι μοναχοί μετοίκησαν για λόγους ασφαλείας στη Μονή των Ασωμάτων.

Το 1777, με πατριαρχικό σιγίλιο έγινε πατριαρχικό σταυροπήγιο, δηλ. υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Κατά το 1834 και έως το 1858, όταν η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η Μονή Πετράκη μεταβλήθηκε σε πυριτιδαποθήκη και τα κελιά σε στρατώνες.

Μάλιστα, το 1834, όταν η Αθήνα, ως πρωτεύουσα πλέον, άρχισε να συγκεντρώνει πολύ πληθυσμό, η Μονή Πετράκη διέθεσε όλη την κτηματική περιουσία της προκειμένου να ανοικοδομηθούν δημόσια κτίρια. Η Ριζάρειος, το ΝΙΜΤΣ, ο Ευαγγελισμός, το Αιγινήτειο, το Αρεταίειο, το Συγγρού, το Λαϊκό, η Σωτηρία, το Ασκληπιείο, η Ακαδημία Αθηνών, το Πολυτεχνείο, η Μαράσλειος Σχολή, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη είναι μερικά από τα κτίρια που χτίστηκαν σε εκτάσεις που δώρισε η Mονή στο κράτος.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους, οι χώροι της, ακόμη και ο ναός, επιτάχθηκαν, ενώ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στέγασε για τρία χρόνια πρόσφυγες. Στη γερμανική Κατοχή οργάνωνε γεύματα για παιδιά, ενώ το 1944 μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Στην αυλή της Mονής, της οποίας ο περιβολότοιχος είναι του 1798, υπάρχει πηγάδι, το οποίο ακόμη έχει νερό που χρησιμοποιείται για πότισμα, και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα. Εκεί και ένα αγγείο αποθηκεύσεως ελαίου, ενώ μπροστά στο Καθολικό της βρίσκεται ο τάφος του διδασκάλου του Γένους Κωνσταντίνου Οικονόμου.

«Σημαντικό χριστιανικό αρχαιολογικό μνημείο στο κέντρο των Αθηνών. Ο επισκέπτης της έχει τη δυνατότητα να ζήσει έστω και λίγο σε μια ατμόσφαιρα παραδεισένια που το φυσικό στοιχείο ενώνεται µε το υπερφυσικό δημιουργώντας ένα σκηνικό παρμένο από τις αφηγήσεις της Γενέσεως για την Εδέμ», σύμφωνα με τη θεολόγο — φιλόλογο Ειρήνη Α. Αρτέμη στο βιβλίο της «Η συμβολή της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη στην Παιδεία».

Από το 1970 το Καθολικό της μονής λειτουργεί ως Συνοδικό Παρεκκλήσιο. Εορτάζει στις 8 Νοεμβρίου (των Παμμεγίστων Ταξιαρχών) και στις 7 Φεβρουάριου (στη μνήμη του Αγίου Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου, οπότε τελείται και μνημόσυνο του κτήτορα Παρθενίου Πετράκη). Δίπλα στη μονή βρίσκονται σήμερα τα γραφεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αγία Αικατερίνη, Πλάκα

Χτισμένος επάνω σε ερείπια αρχαίου ιερού της Αρτέμιδος, ο Ιερός Ναός της Αγίας Αικατερίνης στην ομώνυμη πλατεία στην Πλάκα, στη συμβολή των οδών Χαιρεφώντος, Λυσικράτους, Γαλανού και Γκούρα, συγκαταλέγεται στις βυζαντινές αξίες.

Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου βυζαντινού ρυθμού και αποτελεί κτίσμα, η ανέγερση του οποίου χρονολογείται στο β' τέταρτο του 11ου αι. (1025-1050). Το 1839, εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων της Επανάστασης του 1821, η εκκλησία ήταν μισοερειπωμένη. Επισκευάστηκε, όμως, για τις ανάγκες του εκκλησιάσματος, έγιναν προσθήκες στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά, οπότε χρειάστηκε για την επικοινωνία των πιστών να ανοιχθούν και δίοδοι στους τοίχους. Το 1927 επισκευάστηκε τρούλος αθηναϊκού τύπου, ψηλότερος του αρχικού, ενώ και ο σημερινός εντοίχιος διάκοσμος είναι του 19ου αι. (ζωγράφος Γ.Δ. Καφής).

Παλαιότερα, ο ναός ήταν αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους. Όμως, στις 19 Φεβρουαρίου 1767, δόθηκε στο μοναστήρι της Άγιας Αικατερίνης του Όρους Σινά, ως μετόχι, προκειμένου να μένουν σ' αυτό όσοι σιναΐτες πατέρες έρχονταν στην Αθήνα, εξ ου και το όνομα Αγία Αικατερίνη. Σημαδιακή ημερομηνία για την εκκλησία αποτελεί η 9η Μαΐου του 1849, όταν κατέπεσε κεραυνός στην οροφή της και επέφερε μεγάλες ζημιές στο εσωτερικό της.

Τα “μονοπάτια” του πολιτισμού στην Αθήνα

Το 1889 το μετόχι πουλήθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, της οποίας αποτελεί σήμερα ενοριακό ναό. Εδώ φυλάσσεται και η κάρα του Αγίου Πολύδωρα. Στον ναό αυτό εκκλησιαζόταν μετεπαναστατικά ο Μακρυγιάννης, ο οποίος δώρισε και τρεις εικόνες. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας υπηρέτησε ως διάκονος εδώ κατά την περίοδο 1918-1922.

Αξιόλογες είναι οι φορητές εικόνες που προσκυνούνται στον ναό: του Ιωάννου του Προδρόμου (έργο της Κρητικής Σχολής του 15ου αι.), της Αγίας Αικατερίνης στο δεξιό μαρμάρινο προσκυνητάρι (λαϊκότροπο έργο του 17ου αι.), η ένθρονη Θεοτόκος στο αριστερό μαρμάρινο εικονοστάσι και ο Άγιος Σπυρίδων (έργο της Επτανησιακής Σχολής του 18ου αι.). Στη εκκλησία φυλάσσονται, τέλος, ιερά λείψανα που έφεραν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία. Στο δυτικό προαύλιο, στη ρωμαϊκή εποχή λειτουργούσαν λουτρά. Στην άκρη του σώζονται αρχαίοι κίονες και επιστύλιο.

Σήμερα, η εκκλησία είναι τρισυπόστατη, με το δεξιό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο (17 Ιανουαρίου) και το αριστερό στην Αγία Σοφία και τις τρεις θυγατέρες (17 Σεπτεμβρίου). Η μνήμη της Αγίας Αικατερίνης εορτάζεται στις 25 Νοεμβρίου και στις 24 Νοεμβρίου για τον σλαβόφωνο χριστιανικό κόσμο.

Άγιος Νικόλαος ο Ραγκαβάς, στους πρόποδες του Βράχου της Ακροπόλεως

Ο βυζαντινός περίπατος στρέφεται βορειοανατολικά της Ακρόπολης, κοντά στο μνημείο του Λυσικράτη, στον αυτοκρατορικό ναό του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά, στη γωνία των οδών Πρυτανείου και Επιχάρμου της Πλάκας. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, το όνομα Ραγκαβάς ανήκει σε σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, της οποίας γνωστότερο μέλος ήταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Α' ο Ραγκαβέ (811-813).

Η εκκλησία χτίστηκε αρχικά τον 9ο αι. από τον Θεοφύλακτο, γιο και συναυτοκράτορα του Μιχαήλ Α', με υποδομή αρχαίου ναού και αφού καταστράφηκε από άγνωστη αιτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατά την εποχή ακμής της Αθήνας. Οι ειδικοί χρονολογούν το υπάρχον κτίριο στον 11ο αι. (1040-1050) λόγω των στυλιστικών χαρακτηριστικών που είναι παρόμοια με εκείνα πολυάριθμων εκκλησιών της περιόδου αυτής.

Μετά τον 11ο αι. υπέστη σημαντικές αλλαγές και προσθήκες. Είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της πόλης, στηριγμένο κυριολεκτικά στους πρόποδες του βράχου της Ακροπόλεως. Στην εξωτερική βορειοανατολική πλευρά του είναι ορατή η μεσοβυζαντινή διαρρύθμιση των προσόψεων και των περιθωρίων. Οι μεγάλες κάθετες πλάκες είναι τοποθετημένες παράλληλα στο κάτω μέρος του τοίχου, αλλά χωρίς να σχηματίζουν σταυρό.

© Wikipedia/

Ο ναός έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μεσαιωνική Αθήνα. Αρχικά, ήταν ιδιωτικός, αλλά τελικά έγινε και παραμένει έως σήμερα ενοριακός. Τη σημερινή του μορφή την απέκτησε μετά τις εργασίες συντήρησής του το 1979-1980, από την 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, κατά τη διάρκεια των οποίων αποκαλύφθηκαν αρκετά πρωτότυπα στοιχεία, όπως ο μικρός οκταγωνικός τρούλος, αθηναϊκού τύπου, η οροφή και η βόρεια πλευρά. Έγινε προσπάθεια ο ναός να ανακτήσει την αυθεντική του μορφολογία όσο αυτό ήταν εφικτό.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος του είναι τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, ενώ οι τοιχογραφίες που βλέπουμε σήμερα είναι του 19ου αιώνα. Για ενοριακούς λόγους, το 1838 έγινε επέκτασή του με την προσθήκη του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής. Σύμφωνα με την παράδοση, η καμπάνα του είναι η πρώτη καμπάνα που τοποθετήθηκε μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Έκτοτε, σε κάθε επέτειο της 25ης Μαρτίου όλο το εκκλησίασμα χτυπά την καμπάνα μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας.

Παναγία Γοργοεπήκοος ή Γρηγορούσα

Στη συμβολή των οδών Ταξιαρχών και Δεξίππου, μεταξύ της Αρχαίας Ρωμαϊκής Αγοράς και της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Παναγίας Γρηγορούσας και των Ταξιαρχών (Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ).Στο ίδιο σημείο, προϋπήρχε μικρός ναός των Ταξιαρχών κατά τη βυζαντινή περίοδο, ο οποίος καταστράφηκε από πυρκαγιά κατά την Τουρκοκρατία. Την ίδια περίοδο, τα παράθυρα της δυτικής πλευράς φράχτηκαν με τοίχο και στην πρόσοψη ζωγραφίστηκε η Δευτέρα Παρουσία.

Ο αρχιτεκτονικός του τύπος είναι σταυροειδής με τρούλο (δικιόνιος) και οι αγιογραφίες του έργο του Ζακύνθιου αγιογράφου Δ. Πελεκάση, συνδυασμός της βυζαντινής τεχνικής με δυτικότροπα επτανησιακά στοιχεία. Τοποθετείται στον 11ο-12ο αι. Η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, πόλος έλξης των πιστών, είναι οικογενειακό κειμήλιο από τη Μικρά Ασία, το οποίο αφιερώθηκε στον ναό το 1945. Έκτοτε, οι προσκυνητές που συρρέουν προς ασπασμό της συνέβαλαν στην επονομασία «Γρηγορούσα», με την πίστη ότι αποκομίζουν γρήγορη ανακούφιση στους ψυχικούς πόνους και θεραπεία στους σωματικούς.

Το 1948 ο Ιερός Ναός χαρακτηρίστηκε ως προσκυνηματικός με Προεδρικό Διάταγμα και έλαβε την επωνυμία «Ιερό Προσκύνημα Παναγίας Γρηγορούσης — Παμμεγίστων Ταξιαρχών». Σήμερα είναι παρεκκλήσιο του αγαθοεργού Ιδρύματος του Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου προς τιμήν της Παναγίας και στις 8 Νοεμβρίου προς τιμήν των Ταξιαρχών.

© Flickr/Dimitris Kamaras

Άγιοι Θεόδωροι, ένα ρωμαλέο, βαρύ οικοδόμημα

Στην ομώνυμη πλατεία κοντά στην Πλατεία Κλαυθμώνος, ο ναός των Αγίων Θεοδώρων κτίσθηκε γύρω στα 1065 και επισκευάσθηκε σε μεταγενέστερη φάση από τον Νικόλαο Καλόμαλο, τον σπαθαροκανδιδάτο (βυζαντινό αξίωμα). «Τον πριν παλαιόν όντα σου ναόν, μάρτυς, και μικρόν και πήλινον και σαθρόν λίαν ανήγειρε Νικόλαος ο σος οικέτης ο Καλόμαλος, σπανθαροκανδιδάτος…», μαρτυρά η πρώτη επιγραφή εντοιχισμένη πάνω από τη δυτική είσοδο του ναού, ενώ η δεύτερη «Μηνί Σεπτεμβρίω ινδικτιώνος γ'. Έτους ΣΤΦΝΗ», δηλ. «Σεπτέμβριος, Τρίτη ινδικτιών, έτος 6.588 από Κτίσεως Κόσμου».

Οι ιστορικοί, πάντως, διαφωνούν με την ανάγνωση της χρονολογίας ανεγέρσεως του ναού της κτητορικής επιγραφής και άλλοι θεωρούν ως ορθή ημερομηνία το 1049, ενώ άλλοι το 1065.

Εντούτοις, από μορφολογική άποψη ο ναός μπορεί να χρονολογηθεί στο β' μισό του 11ου αι. Είναι δίστηλος σταυροειδής εγγεγραμμένος. Πρόκειται ουσιαστικά για σχετικά σπάνια παραλλαγή αυτού του τύπου όπου οι δυτικοί πεσσοί ενώνονται με τον δυτικό τοίχο και τα δυτικά γωνιακά διαμερίσματα απομονώνονται από το δυτικό σκέλος του σταυρού. Η ιδιομορφία αυτή προκύπτει ίσως από το γεγονός ότι ο ναός διαδέχθηκε παλαιότερο μεταβατικού τύπου. Ο οκτάπλευρος τρούλος είναι του γνωστού αθηναϊκού τύπου.

Το καμπαναριό στη νότια πλευρά είναι μεταγενέστερο, όπου έχουν ενσωματωθεί μέλη από το μεσοβυζαντινό μαρμάρινο τέμπλο. Ο ναός αυτός αν και είναι σύγχρονος σχεδόν με την Καπνικαρέα έχει πιο αρχαϊκή μορφολογία σε ό,τι αφορά στις επιμέρους αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, οι οποίες δημιουργούν ένα ρωμαλέο, βαρύ οικοδόμημα. Δεν αποκλείεται να ήταν κοιμητηριακός, διότι ανακαλύφθηκαν τάφοι κάτω από το δάπεδό του κατά τις εργασίες ανανέωσης της πλακόστρωσης του 1910. Τέλος, ο σημερινός εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος είναι του 19ου — 20ού αι. του αγιογράφου Αθανάσιου Κανδρή. Στην Ελλαδική Εκκλησία, οι Άγιοι Θεόδωροι, Τήρων και Στρατηλάτης, τιμώνται το πρώτο Σάββατο των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Άγιοι Ασώματοι, στο Θησείο

«Αρχιστράτηγοι Θεού, λειτουργοί θείας δόξης, των ανθρώπων οδηγοί και αρχηγοί Ασωμάτωv, το συμφέροv ημίv αιτήσασθε και το μέγα έλεος, ως των Ασωμάτων Αρχιστράτηγοι», ο ύμνος που ανυψώνει γέφυρα στις γήινες προσευχές με τα ουράνια, στην εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων που από το περίπου β' μισό του 11ου αι. βρίσκεται στην οδό Ερμού, κοντά στο Θησείο.

Ανήκει στον τύπο του απλού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες, με νάρθηκα. Μεταγενέστερα (19ο και 20ο αι.) λόγω των αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων και προσθηκών που έγιναν στον ναό αλλοτριώθηκε η αισθητική του φυσιογνωμία, με συνέπεια τα μόνα ορατά σημεία από τη βυζαντινή περίοδο του μνημείου να είναι ο αθηναϊκού τύπου τρούλος και τμήματα της πλινθοπερίκλειστης τοιχοδομίας στον βόρειο και στον νότιο τοίχο. Κατά την περίοδο 1959-1960 αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεων του Υπουργείου Παιδείας. Μάλιστα, λόγω της νεότερης διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, βρίσκεται γύρω στα 2 μ. κάτω από την επιφάνεια της ομώνυμης πλατείας.

Εξωτερικά, έχει τη συνηθισμένη βυζαντινή τοιχοποιία. Στα χαμηλότερα τμήματα υπάρχουν οι γνωστοί και από άλλους ναούς λίθινοι δόμοι σε σταυροειδή διάταξη (Καπνικαρέα, Άγιοι Θεόδωροι). Τα κεραμεικά πλακίδια με τον ψευδοκουφικό διάκοσμο που έχουν εντοιχισθεί στον δυτικό τοίχο προέρχονται μάλλον από ζωφόρο που κοσμούσε τον τοίχο αυτόν ίσως και τους υπόλοιπους. Τοποθετήθηκαν εκεί από τους αναστηλωτές. Στο εσωτερικό, διατηρούνται ελάχιστα δείγματα του τοιχογραφικού του διακόσμου. Επιπρόσθετα, μέσα στην Αγία Τράπεζα, βρέθηκε και αργυρή θήκη με ιερά λείψανα άγνωστου αγίου. Εορτάζει στις 8 Νοεμβρίου.

Ελένη Μαχαίρα

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ