ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Μία προσωπικότητα δύο λαών
© ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μία προσωπικότητα δύο λαών

Στις 10 Φεβρουαρίου, Ημέρα της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Ρωσίας, θυμόμαστε την ιστορία του μεγάλου διπλωμάτη, Έλληνα και Ρώσου πολιτικού.

Στις 10 Φεβρουαρίου γιορτάζουν οι εργαζόμενοι στο διπλωματικό σώμα της Ρωσίας. Η ημέρα αυτή, γνωστή ως Ημέρα της Ρωσικής Διπλωματίας, άρχισε να εορτάζεται με διάταγμα του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν το 2002. Συνδέεται με την ιστορία του πρώτου υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, που συγκροτήθηκε το 1549 υπό τον Πέτρο τον Α' και μετατράπηκε σε Κολλέγιο Εξωτερικών Υποθέσεων.

Το 1802, ο Αλέξανδρος Α΄ συστήνει το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας — πρόδρομο του σύγχρονου ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών. Σήμερα, όμως, θέλουμε να διηγηθούμε όχι την ιστορία του, αλλά την ιστορία ενός άνδρα, σύγχρονου του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Α΄, ενός μεγάλου διπλωμάτη, του Έλληνα και Ρώσου πολιτικού Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο μελλοντικός υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδας γεννήθηκε το 1776 σε μια παλαιά αριστοκρατική οικογένεια στο νησί της Κέρκυρας. Μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα Φιλοσοφικής και Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Πάδοβα, στην Ιταλία, επέστρεψε στην πατρίδα του, και για λίγο καιρό άσκησε την ιατρική, σύντομα όμως αφιερώθηκε στην πολιτική. Το 1803 διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων στη Δημοκρατία των Ιονίων Νήσων.

Από τη θέση αυτή, ο Καποδίστριας συνεργάστηκε με τον εκπρόσωπο της Ρωσίας, και οι δραστηριότητες του νεαρού πολιτικού θεωρήθηκαν αξιοσημείωτες στην Αγία Πετρούπολη. Μετά την παραχώρηση των Ιονίων Νήσων από τη Ρωσία στη Γαλλία, το 1807 με τη συνθήκη του Τιλσίτ, ο Καποδίστριας κλήθηκε να υπηρετήσει στη ρωσική διοίκηση και έτσι, το 1809 άρχισε να εργάζεται στο υπουργείο Εξωτερικών. Για δύο χρόνια δούλευε ως γραμματέας στην πρεσβεία της Ρωσίας στη Βιέννη και το 1812 διορίστηκε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του ρωσικού στρατού στον Δούναβη.

Το 1813 ο Καποδίστριας συνόδευσε τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α' ως Αρχηγός του Επιτελείου και στη συνέχεια στάλθηκε στην Ελβετία, με την παράκληση να φέρει εις πέρας τις επικείμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ναπολέοντα, ή τουλάχιστον να εξασφαλίσει την ουδετερότητα. Στην Ελβετία εξετέλεσε άψογα την αποστολή του, ενώ με τη συμβολή του υπογράφηκε η συμφωνία στο Συνέδριο της Βιέννης, το 1815.

Ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ εκτίμησε ιδιαίτερα τις διπλωματικές ικανότητες του Καποδίστρια, δίνοντάς του τον τίτλο του Γραμματέα του Κράτους. Το 1816 διορίστηκε Διευθυντής της Ακαδημίας των Εξωτερικών Υποθέσεων, η οποία υπαγόταν στον τότε υπουργό Εξωτερικών Καρλ Νέσερλνοτ. Στις δικαιοδοσίες του Καποδίστρια ήταν οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ανατολικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ στις δικαιοδοσίες του Νέσερλοντ ήταν οι σχέσεις της Ρωσίας με τις χώρες της Δύσης, πρακτικά όμως οι αρμοδιότητες του Καποδίστρια κάλυπταν ένα μεγαλύτερο φάσμα δραστηριοτήτων. Στη Ρωσική Αυτοκρατορία διέφεραν σημαντικά οι απόψεις των δύο υπουργών Εξωτερικών σχετικά με τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής.

Στα θέματα με τις χώρες της Ανατολής, ο Καποδίστριας ήταν υποστηρικτής των ενεργών επιχειρήσεων και προετοίμασε τη ρωσική πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Πίστευε ότι η Σερβία, η Βλαχία και η Μολδαβία έπρεπε να ανεξαρτητοποιηθούν από το τουρκικό κράτος, ενωμένες σε μια πολιτική συμμαχία υπό την κοινή αιγίδα των μεγάλων δυνάμεων.

Ως εκ τούτου, όταν τον Μάρτιο του 1821 η Ελλάδα επαναστάτησε με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, η άρνηση του τσάρου Αλέξανδρου Α' να δράσει αποφασιστικά στον αγώνα αυτό, ήταν για τον Καποδίστρια μία πολιτική ήττα. Το 1822 λόγω διαφωνιών με τον Αλέξανδρο Α΄ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ο Καποδίστριας εγκατέλειψε τη Ρωσία και πήγε στην Ελβετία, όπου συνέχισε να διατηρεί στενούς δεσμούς με τους Έλληνες εξεγερμένους.

Το 1827 με την επιρροή του φιλο-ρωσικού κόμματος στην Ελλάδα, επιλέχθηκε ο Καποδίστριας για κυβερνήτης με επταετή θητεία. Έτσι, στις 18 Ιανουαρίου του 1828 έφθασε ο νέος κυβερνήτης στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους ξεκίνησε ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος, ο οποίος ήταν ένας από τους εξωτερικούς παράγοντες για την επιτυχή ολοκλήρωση του αγώνα των Ελλήνων για την εθνική απελευθέρωση.

Όταν ανακοινώθηκε η επερχόμενη Διάσκεψη του Λονδίνου, το 1830, για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ήδη υπήρχε τακτικός στρατός, ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, λήφθηκαν μια σειρά μέτρων για την αποκατάσταση της γεωργίας και του εμπορίου, ξεκίνησε η διανομή της γης στους αγρότες του κράτους, από κατασχέσεις που έγιναν στους Τούρκους και αναμορφώθηκε το δικαστικό και το εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι με τη Διάσκεψη του Λονδίνου αναγνωρίσθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος, η οποία ουσιαστικά ήταν εδώ και δύο χρόνια ήδη ανεξάρτητη.

Παρά την πρόοδο όμως που επιτεύχθηκε στη χώρα, πολιτικοί αντίπαλοι του Καποδίστρια οργάνωσαν τη δολοφονία του το 1831. Θεωρείται ότι αν δεν πέθαινε ο πρώτος Έλληνας κυβερνήτης, η διορατικότητα και η θαρραλέα πολιτική του θα μπορούσε να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την περαιτέρω ανάπτυξη ολόκληρης της Ευρώπης.

Μνημεία του Καποδίστρια ανεγέρθηκαν στην Αθήνα, το Ναύπλιο, στην Αγία Πετρούπολη, τη Λωζάνη, την Αίγινα και την Κέρκυρα, ενώ το πορτρέτο του κοσμεί ένα νόμισμα των 20 λεπτών. Στα τέλη του 2015 έγινε γνωστό ότι το ρωσικό κράτος και Έλληνες κινηματογραφιστές σχεδιάζουν να γυρίσουν από κοινού, μια ιστορική ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια.

«Έκανε πραγματικά πολλά για τη Ρωσία, ήταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Είναι μοναδική η ιστορία του», λέει ο ηθοποιός Γεβγένι Γκεράσιμοφ, που θα ενσαρκώσει τον Καποδίστρια.

Το υλικό είναι παραγωγή της συντακτικής ομάδας του www.greece-russia2016.ru