ΠΟΛΙΤΙΚΗ
“Ερντογάν  Go Home”: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις  Ομπάμα - Ερντογάν
© Sputnik/Sergey Guneev
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ

“Ερντογάν Go Home”: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις Ομπάμα - Ερντογάν

Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ο Ομπάμα αρνήθηκε να συναντηθεί προσωπικά με τον Ερντογάν. Στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο ηγετών, αναφέρεται δημοσίευμα του RIA Novosti.

Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ο Ομπάμα αρνήθηκε να συναντηθεί προσωπικά με τον Ερντογάν, τον οποίο κάποτε αποκαλούσε φίλο του στην πολιτική, ενώ τώρα, προτιμάει προφανώς, να τον αποφεύγει. Στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο ηγετών, αναφέρεται το εν λόγω δημοσίευμα του RIA Novosti.

Το 2012, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συμπεριέλαβε τον Τούρκο ομόλογό του στον κατάλογο των πέντε πολιτικών του κόσμου με τους οποίους κατάφερε να έχει τις πιο φιλικές και εμπιστευτικές σχέσεις. Γι αυτό και τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, πολλοί θεωρούν, ότι η συμπεριφορά του Ομπάμα που αρνείται να συναντηθεί με τον Ερντογάν πρόσωπο με πρόσωπο, είναι ένδειξη μεγάλης απογοήτευσης.

Ο Τούρκος ηγέτης είχε προγραμματίσει να συναντηθεί με τον αμερικανό πρόεδρο, κατά την διάρκεια των εγκαινίων ενός τεμένους στην πολιτεία του Μέριλαντ, ωστόσο η υπηρεσία Τύπου του Ομπάμα, ανακοίνωσε ότι οι δύο ηγέτες δεν είναι απαραίτητο να συναντηθούν κατ ιδίαν, καθώς πρόσφατα είχαν συνομιλήσει στη σύνοδο κορυφής της G20 και είχαν τηλεφωνική επικοινωνία τον Φεβρουάριο. Αυτό ανέφεραν στην εφημερίδα The Wall Street Journal πηγές του Λευκού Οίκου. Η υπηρεσία Τύπου της κυβέρνησης του Ερντογάν ανακοίνωσε ότι δεν έχει πληροφορίες σχετικά με την αναβολή της συνάντησης με τον Ομπάμα, αλλά η Ουάσιγκτον δεν διέψευσε το δημοσίευμα της εφημερίδας.

Ένας αποτυχημένος αυταρχικός ηγέτης

Τον Φεβρουάριο του 2016, ο διάσημος αμερικανός δημοσιογράφος, και ανταποκριτής του περιοδικού TheAtlantic Τζέφρι Γκόλνμπεργκ (Jeffrey Goldberg), έγραψε ένα αποκαλυπτικό άρθρο με τίτλο «Το Δόγμα Ομπάμα», που ήταν βασισμένο στις συζητήσεις που είχε ο ίδιος με τον αμερικανό πρόεδρο και εκπροσώπους του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών. Το άρθρο επιβεβαίωνε, εν μέρει, τις εικασίες που εμφανίζοντας στον δυτικό τύπο, σύμφωνα με τις οποίες, ο Ομπάμα και Ενρτογάν είχαν απογοητευθεί ο ένας για τον άλλον.

«Ο Ομπάμα πίστευε ότι ο Ενρτογάν είναι ένας μετριοπαθής μουσουλμάνος ηγέτης ο οποίος θα είναι σε θέση να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά τώρα ο Ομπάμα τον θεωρεί ως ένα αποτυχημένο και αυταρχικό πολιτικό» έγραφε ο Γκόλντμπεργκ (Goldberg).

Μετά από αυτό, ο Λευκός Οίκος, αναγκάστηκε να σχολιάσει εγγράφως το δημοσίευμα του Γκόλντμπεργκ, κάτι που δεν συνέβαινε σχεδόν ποτέ με κάθε άρθρο που είχε θέμα την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα. Επιπλέον, ο εκπρόσωπος της διοίκησης του προέδρου, Μάρκ Στρόχ (Mark Stroh) σχολίασε λεπτομερώς την φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα Sabah. Συγκεκριμένα, επεσήμανε τον ιδιαίτερο ρόλο της Τουρκίας στον δυτικό συνασπισμό ενάντια στο «Ισλαμικό Κράτος» (έχει τεθεί εκτός νόμου στη Ρωσία), και τόνισε ότι ο Ομπάμα εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Τουρκία μπορεί να είναι μια γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τον μουσουλμανικό κόσμο. Ο ίδιος ο Ομπάμα δεν σχολίασε την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, εξαιτίας της οποίας πολλοί αναλυτές άρχισαν να υποψιάζονται ότι ακόμη και αν υπήρχε μια ισχυρή προσωπική φιλία μεταξύ Ερντογάν και Ομπάμα, έφτασε στο τέλος της και παρέμειναν μόνο οι διπλωματικές φιλοφρονήσεις, που καλούνται να αποκρύψουν την ψυχρότητα που έχει επέλθει στις σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών

Η Συρία της έριδος

Ο Ομπάμα και ο Ερντογάν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος πρέπει να στείλει στρατεύματα στη Συρία, για να ολοκληρωθεί η εκστρατεία με την ανατροπή του Μπασάρ Άσαντ. Εάν ο αμερικανός πρόεδρος, σύμφωνα με τον Γκολμπεργκ, απογοητεύθηκε με τον Ερντογάν, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν ήθελε να στείλει στη Συρία τον «τεράστιο στρατό», ο τούρκος Πρόεδρος είχε δυσανασχετήσει με τον Ομπάμα ακόμη νωρίτερα και συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 2013, όταν, έθεσε την «κόκκινη γραμμή» αρνούμενος να στείλει στρατό να πολεμήσει κατά των στρατευμάτων του Άσαντ.

Την παραμονή των προεδρικών εκλογών στην Τουρκία, ο Ερντογάν είπε ότι εδώ και καιρό δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ομπάμα. «Στο παρελθόν, του τηλεφωνούσα απευθείας (σ.σ του Ομπάμα). Όμως, επειδή δεν βλέπω τα αναμενόμενα αποτελέσματα στη Συρία, συνομιλούν μεταξύ τους οι Υπουργοί Εξωτερικών», είχε δηλώσει τότε ο Τούρκος πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι ATV, το καλοκαίρι του 2014.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο τούρκος πρόεδρος, είχε δυσανασχετήσει, επειδή η Ουάσινγκτον ασκούσε πιέσεις στην Άγκυρα, σε μια προσπάθεια να την πείσει να χρησιμοποιήσει τον στρατό της για να αποκρούσει την επίθεση των μαχητών του ισλαμικού Κράτους στη συριακή πόλη Κομπάνι.

«Γιατί κάποιος να έρθει στην περιοχή αυτή, παρά την απόσταση των 12.000 χιλιομέτρων; Θέλω να ξέρετε ότι είμαστε ενάντια στην αλαζονεία, απερισκεψία και τις ατελείωτες απαιτήσεις», είχε δηλώσει ο Ερντογάν, αναφερόμενος στις ενέργειες των Αμερικανών.

Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με το RIA, με την έναρξη της συριακής κρίσης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ανέκυψε και πάλι σε όλη του την έκταση το κουρδικό ζήτημα. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει τον πόλεμο που διεξάγει η Άγκυρα κατά του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία), αλλά συνεργάζεται στη Συρία με τους Κούρδους της Συρίας και συγκεκριμένα με τα Τμήματα Λαϊκής Αυτοάμυνας, τα οποία θεωρεί ως αποτελεσματικές χερσαίες μονάδες στον πόλεμο κατά του ισλαμικού Κράτους. Οι αντιφάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο όταν οι Κούρδοι κατάφεραν να εκδιώξουν τους τζιχαντιστές από το Κομπάνι στις αρχές του 2016.

«Πώς μπορούμε να σας εμπιστευθούμε; Ποιοι είναι οι συνεργάτες σας, εμείς ή, οι τρομοκράτες στο Κομπάνι;» είχε δηλώσει τότε ο τούρκος πρόεδρος. Ο Ομπάμα, με τη σειρά του, κάλεσε την Άγκυρα να σταματήσει να βομβαρδίσει τους Κούρδους στα σύνορα της Συρίας — Τουρκίας.

Αμερικανο- ισραηλινή συνωμοσία

« Μερικές δυνάμεις, που συνωμοτούν, άρχισαν να υλοποιούν το δικό τους μυστικό σενάριο. Πίσω από τα όσα λέγονται περί διαφθοράς, έχει στηθεί μια άκρως έκνομη, απαράδεκτη και εξαιρετικά σκοτεινή παγίδα». Με αυτές τις εκφράσεις είχε αναφερθεί ο Ερντογάν στα τέλη του 2013 στην επιχείρηση «Μεγάλη δωροδοκία» που ξεκίνησε κατά της διαφθοράς, κατά την διάρκεια της οποίας η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 παράγοντες του πολιτικού κατεστημένου της Τουρκίας. Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν ο γιος του Υπουργού Οικονομίας και ο γιος του Υπουργού Εσωτερικών στην κυβέρνηση Ερντογάν.

Σύμφωνα με τον Ερντογάν, η «μυστική συνωμοσία» εναντίον του κόμματός του, ήταν έργο των ξένων δυνάμεων, που χρησιμοποίησαν τους ντόπιους διαδηλωτές σαν «υπεργολάβους». Αν και δεν κατονόμασε συγκεκριμένες χώρες, πολλοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι ο Ερντογάν αναφέρονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ισραηλινό λόμπι της Ουάσιγκτον. Αυτό θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει και το γεγονός ότι ο Ερντογάν απείλησε να απελάσει από την Τουρκία τον αμερικανό πρέσβη Φράνσις Ρικκαρντόνε, όταν δήλωνε: «Πρέσβεις εμπλέκονται σε προκλήσεις. Τους καλώ και τους λέω, κάντε τη δουλειά σας! Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σας κρατάμε στη χώρα μας».

«Είδαμε το παιχνίδι που παίξανε στο Γκεζί (κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί στην πλατεία Ταξίμ το 2013), το βλέπουμε και τώρα», δήλωσε τότε ο Ερντογάν, σε ομιλία του στην πόλη Ορντού.

Ο Ερντογάν χαρακτήρισε τότε τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον σουνίτη κληρικό και δημόσιο παράγοντα που ζει στις ΗΠΑ, ως έναν από τους κύριους ‘υπεργολάβους'. Τον Νοέμβριο του 2013, ο αρχηγός του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ξεκίνησε μια επίθεση κατά του Γκιουλέν, τον οποίον κατηγόρησε για διενέργεια πολιτικής κατασκοπείας και τη δημιουργία «παράλληλων κρατικών δομών», ενώ χαρακτήρισε την οργάνωση «Χιζμέτ» του Φεντουλάχ Γκιουλέν ως «τρομοκρατικό κίνημα» το οποίο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, χρησιμοποιήθηκε από τη CIA ως προκάλυμμα για μυστικές επιχειρήσεις στην Τουρκία, και ιδιαίτερα για «απόπειρα πραξικοπήματος".

Η επιχείρηση «Μεγάλη δωροδοκία» δεν επέφερε μια ριζική κάθαρση στα ηγετικά κλιμάκια του κυβερνώντος κόμματος, ο Γκιουλέν καταδικάστηκε ερήμην, και οι αρχές κατέστειλαν τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ, κάνοντας χρήση βίας. Όλα αυτά προκάλεσαν την έντονη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον. Αν τον Μάιο, Ομπάμα και Ερντογάν είχαν συχνή τηλεφωνική επικοινωνία και είχαν συναντηθεί σε οικογενειακό δείπνο που παρέθεσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στην πρωτεύουσα της χώρας του, μετά τα γεγονότα στην πλατεία Ταξίμ, ο τούρκος πρόεδρος δεν μπορούσε πλέον να υπολογίζει ότι θα έχει μία θερμή υποδοχή.

Πηγή: www.ria.ru