ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υπάρχει θέση για τη Ρωσία στην Ευρώπη;
© Sputnik/Ramil Sitdikov
ΘΕΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχει θέση για τη Ρωσία στην Ευρώπη;

Άρθρο του Ρέιν Μιούλερσον, προέδρου του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου με έδρα την Γενεύη, και εμπειρογνώμονα της Διεθνούς Λέσχης Διαλόγου «Βαλντάι».

Τα συγκεκριμένα προβλήματα που συνιστούν και την αιτία της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ρωσίας είναι υπεραρκετά. Υπάρχει όμως κι ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο γενικού χαρακτήρα, το οποίο δεν επέτρεψε στη Ρωσία μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου, να επανενταχθεί πλήρως στην ευρωπαϊκή κοινότητα, όπως ήταν πριν την επανάσταση των μπολσεβίκων το1917. Κι αυτό συνέβη, παρά τις μεγάλες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 του περασμένου αιώνα, ότι ο κόσμος θα αλλάξει ριζικά.

Το ότι απέτυχαν οι προσπάθειες που έγιναν για να ευοδωθούν οι προσδοκίες του κόσμου μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, δεν ευθύνονται μόνο η Ευρώπη και η Ε.Ε και ενδεχομένως ούτε και η Ρωσία, όσο οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Θεωρείται, ότι ο πρώτος που διατύπωσε τους στόχους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, ήταν ο πρώτος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Λόρδος Ισμέι, όταν έλεγε ότι ο σκοπός του ΝΑΤΟ είναι «να κρατά τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω». Στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου η φράση αυτή, είχε καθιερωθεί ως μια συνήθης έκφραση, που εξηγούσε όμως, τους λόγους που δημιουργήθηκε η Συμμαχία.

ΝΑΤΟ: Η ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας, “απάντηση” στη ρωσική πολιτική

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει μόνο κατά το ένα τρίτο. Η Γερμανία αναγεννήθηκε και δεν χρειάζεται να την κρατάς περισσότερο ''κάτω'', αλλά, τα δύο άλλα στοιχεία του (raison d'être) λόγου ύπαρξης του ΝΑΤΟ, παρέμειναν σταθερά. Τη Ρωσία την κρατούν σε απόσταση και αυτό γίνεται με τις προσπάθειες της Αμερικής.

Στο βιβλίο του «Η αποτυχία της αποστολής: η Αμερική και ο κόσμος μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου» ο Μάικλ Μαντελμπάουμ επισημαίνει το εξής: το ότι, η εξωτερική πολιτική της Αμερικής από την εποχή της διακυβέρνησης του Τζορτζ Μπούς (του πατρός) υφίσταται την μία ήττα μετά την άλλη, οφείλεται σε δύο αιτίες, στον ανθρωπιστικό ''μεσσιανισμό'' των Δημοκρατών και στη νεοσυντηρητική ιδεολογία των ρεπουμπλικάνων.

Η καταστροφική πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Ρωσίας στην πραγματικότητα συνέβαλε στην ανέγερση ενός νέου τείχους στην Ευρώπη, και τώρα δεν έχει πλέον σημασία, αν αυτό έγινε λόγω αδράνειας, λόγω προχειρότητας ή αν έγινε σκόπιμα.
Προς το παρόν στην Ευρώπη κυριαρχούν οι ΗΠΑ, δεν υπάρχει θέση για τη Ρωσία, επειδή η Ρωσία ανήκει σ' εκείνη την κατηγορία κρατών, τα οποία θα προτιμήσουν- το πιθανότερο- να μείνουν εκτός Ευρώπης παρά να ενταχθούν σ' αυτήν, αρκούμενη στην κατάσταση που υπάρχει.

Ο διευθυντής του Κέντρου Καρνέγκι στην Μόσχα Ντμίτρι Τρένιν, γράφει ότι «στην ουσία, μια χώρα με τέτοιο επίπεδο οικονομικής, κοινωνική και πολιτικής ανάπτυξης, όπως είναι η Ρωσία, είναι σε θέση να ενσωματωθεί στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, με την προϋπόθεση ότι θα τηρεί τον όρο που λέει συγκεκριμένα, ότι οι ελίτ και η πλειοψηφία του πληθυσμού, θα δεχθούν να αφομοιωθούν στη Μεγάλη Δύση υπό την αιγίδα των «ενήλικων», δηλαδή των ΗΠΑ, της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ και θα παραμείνουν και μελλοντικά στην περιφέρεια του συστήματος».

Οι άνθρωποι που γνωρίζουν τη Ρωσία, είναι αναγκασμένοι να συμφωνήσουν με τον Τρένιν, που λέει: αν μια τέτοια επιλογή είναι δυνατή και ρεαλιστική για τις χώρες της κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως επίσης για την Γεωργία, τη Μολδαβία ακόμη και για την Ουκρανία, τότε, «στην περίπτωση της Ρωσίας, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της, το αυτοκρατορικό της παρελθόν και τον τρόπο σκέψης που κληρονόμησαν οι ελίτ της και η πλειονότητα του πληθυσμού» μια τέτοια ενσωμάτωση/ αφομοίωση απλά δεν είναι ρεαλιστική.

Επιτρέψτε μου να περάσω στα γαλλικά στα οποία όπως και στα ρωσικά και σε μερικές άλλες γλώσσες, αλλά σε αντίθεση με τα αγγλικά, υπάρχουν τα παθητικά ρήματα. Θα εκφραζόμουν λοιπόν ως έξης: La Russie doit plutot s'intégrée que d'être intégré (η Ρωσία πρέπει πιθανότατα να ενσωματωθεί, από το να είναι ενσωματωμένη). Δηλαδή, οι όροι της ενσωμάτωσής της, θα έπρεπε να συμφωνηθούν σε ισότιμη βάση μεταξύ ίσων εταίρων και όχι να επιβάλλονται.

Κυριολεκτικά πριν από μερικές μέρες, ο πρώην Γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσεν, καλώντας τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, και να ετοιμάζονται για μια πιο μακρόχρονη παρουσία των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στα κράτη μέλη που συνορεύουν με τη Ρωσία, είχε δηλώσει τα εξής: Το Κρεμλίνο πιστεύει ότι «οι χώρες που έχουν κοινά σύνορα με την Ρωσία, μπορούν να επιλέξουν να ενταχθούν στη λεγομένη ζώνη των ρωσικών συμφερόντων, είτε να εκτεθούν στον κίνδυνο της στρατιωτικής κατοχής, εάν αυτές αποφασίσουν να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε, κάτι το οποίο συμβαίνει αυτή την στιγμή με τη Γεωργία, την Μολδαβία και την Ουκρανία». Τον εντελώς αβάσιμο αυτό ισχυρισμό του Ράσμουσεν για τη ρωσική στρατιωτική κατοχή, δεν θα τον σχολιάσουμε.

Σκληρή “γλώσσα” του ρωσικού υπουργείου Άμυνας κατά του ΝΑΤΟ

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι κάτι άλλο και συγκεκριμένα η περιφρόνηση με την οποία ο πρώην Γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ αφαιρεί την δυνατότητα από τη Ρωσία να έχει την δική της («την έτσι λεγόμενη» όπως είπε ο ίδιος) «σφαίρα συμφερόντων» Μήπως δεν είναι φυσιολογικό η Ρωσία, όπως και οποιαδήποτε άλλη χώρα, μεγάλη ή μικρή, να επιδεικνύει ζωηρό ενδιαφέρον για το αν οι γείτονες της είναι μέλη ενός εχθρικού στρατιωτικού οργανισμού; Δεν μπορώ να πιστέψω, τον οποιονδήποτε που θα ισχυρισθεί, ότι η Ουάσιγκτον θα αδιαφορούσε για παράδειγμα, αν η Ρωσία, η Κίνα ή και οι δύο χώρες μαζί αποφάσιζαν να εγκαταστήσουν τους πυρηνικούς του πυραύλους στο έδαφος της Κούβας, ή κάπου άλλου σε κοντινή απόσταση από τις ΗΠΑ. Παρότι το 2016 για μια τέτοια πρωτοβουλία, θα υπήρχαν εξίσου βάσιμοι λόγοι με αυτούς που υπήρχαν το 1962.

Κατά την άποψη του Στήβεν Κοέν, που είναι ένας από τους καλύτερους αμερικανούς ειδικούς στην Ρωσία, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ έως τα σύνορα της Ρωσίας δημιούργησε μια κατάσταση νέου ψυχρού πολέμου, που διαθέτει όλη την αναγκαία δυναμική για να γίνει ακόμη πιο επικίνδυνος, απ' ότι ο προηγούμενος σαρακονταετής ψυχρός πόλεμος. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να γίνει κάτι τέτοιο. Πρωτίστως, σκεφθείτε το εξής. Το επίκεντρο του προηγούμενου ψυχρού πολέμου, βρίσκεται στο Βερολίνο, μακριά από την Ρωσία. Μεταξύ Ρωσίας και Δύσης υπήρχε μια ευρεία ουδέτερη ζώνη. Σήμερα το επίκεντρο βρίσκεται στην Ουκρανία, στην κυριολεξία στην ''πλάτη'' της Ρωσίας.

Σήμερα η Ουάσιγκτον ανησυχεί περισσότερο όχι για την αυξανόμενη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, αλλά για την προοπτική της δημιουργίας μιας Ευρώπης από τη Λισσαβόνα έως το Βλαδιβοστόκ, ή όπως οραματίζονταν ο στρατηγός Ντε Γκώλ από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια. Γι' αυτήν την πολιτική μιλούσε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και ο Μπορίς Γιέλτσιν, αυτή την πολιτική εφάρμοζε και ο πρόεδρος Πούτιν, μέχρι που έγινε σαφές, ιδιαίτερα σε σχέση με την συνεχιζόμενη προώθηση του ΝΑΤΟ όλο και πιο κοντά στα σύνορα τη Ρωσίας, ότι μετά την αποχώρηση του Σιράκ και του Σρέντερ η εξωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών έχει προσαρμοσθεί στο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Αμερικής και την εξωτερική της πολιτική.

Μεταξύ άλλων, στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, το όραμα του ντε Γκωλ είναι ακόμη ζωντανό. Πρόκειται για μια μορφή ειρήνης, είτε σε έσχατη ανάγκη για την υπόσταση της ηπείρου μας, όπου η συνεργασία και οι συμβιβασμοί υπερέχουν της αντιπαράθεσης, όπου δεν υπάρχει θέση για κυρώσεις και αμοιβαίες απειλές και όπου ο ρωσοφοβικός προπαγανδιστικός πόλεμος που διεξάγεται στην Δύση και ο αντιδυτικός προπαγανδιστικός πόλεμος που μαίνεται στη Ρωσία, δεν κατάφεραν να καταστρέψουν τα μυαλά των ανθρώπων.

Αν δεν δούμε την γενική εικόνα είτε το βάθος των σημερινών κρίσεων που χωρίζουν την Ε.Ε και τη Ρωσία, δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ιδιομορφία της έντασης στις μεταξύ τους σχέσεις.

Επιπλέον, η ιδιομορφία αυτή που συντηρείται μ' έναν προπαγανδιστικό πόλεμο, έχει ήδη δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα σε τέτοιο βαθμό, που είναι πολύ δύσκολο αίφνης να τον φρενάρεις.

Η Ρωσία ουδέποτε απομακρύνθηκε από τον διάλογο με το ΝΑΤΟ

Ποιά όμως είναι αυτή η ιδιομορφία και πώς μπορούμε να την καταπολεμήσουμε; Και φυσικά μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Ωστόσο, το να περιμένουμε άμεσα θεαματικά αποτελέσματα, μέσα σ' ένα τέτοιο γενικό πλαίσιο με δηλητηριασμένη την ατμόσφαιρα, είναι νομίζω μια υπόθεση εξαιρετικά δύσκολη.

Κατά την άποψη μου, την πρώτη θέση στην σειρά των ιδιόμορφων γνωρισμάτων που προανέφερα, βρίσκεται η διένεξη στην Ουκρανία και στα όσα συμβαίνουν πέριξ αυτής. Ο Ντάνιελ Τρέϊσμαν, είχε γράψει πρόσφατα (και μια τέτοια άποψη είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στη Δύση) ότι «η κατάκτηση της Κριμαϊκής Χερσονήσου από τον πρόεδρο Πούτιν, ο οποίος την απέσπασε από την Ουκρανία, στις αρχές του 2014, υπήρξε το πιο σημαντικό γεγονός στη δεκαεξάχρονη διακυβέρνηση του. Ο Πούτιν προσαρτώντας με βίαιο τρόπο εδάφη ενός γειτονικού κράτους, απέρριψε με μια κίνηση όλες τις θεωρίες, πάνω στις οποίες μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου είχε στηριχθεί η ευρωπαϊκή τάξη».

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Και τι έγινε με το Κόσοβο; Δεν αποσπάσθηκε η περιοχή αυτή παράτυπα από την Σερβία με χρήση στρατιωτικής δύναμης; Αν και το Κόσσοβο δεν το προσάρτησε κανένας, η περιοχή αυτή έγινε κράτος υπό την διοίκηση των μαχητών του UCK, οι οποίοι στα τέλη του 1990, είχαν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των τρομοκρατών. Λίγο πριν αρχίζουν οι βομβαρδισμοί της Σερβίας, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Μπιλ Κλίντον στα Βαλκάνια Ρόμπερτ Γκέλμπαρτ είχε χαρακτηρίσει τον UCK ως μια «αναμφισβήτητα τρομοκρατική ομάδα».

Αν και στην περίπτωση αυτή υπάρχουν διαφορετικές αναγνώσεις και λεπτομέρειες νομικού περιεχομένου, από γεωπολιτική άποψη οι περιπτώσεις του Κοσόβου και της Κριμαίας είναι εντελώς συγκρίσιμες. Το γεγονός μάλιστα,ότι τόσο οι κάτοικοι του Κοσόβου, όσο και οι κάτοικοι της Κριμαίας δεν ήθελαν να παραμείνουν οι μεν στην Σερβία οι δε στην Ουκρανία, τις κάνει να μοιάζουν. Πολύ περισσότερο που με την αποχώρηση τους, η επιστροφή στο status quo ante στην ουσία κατέστη αδύνατη. Συνεπώς, όταν συζητάμε ζητήματα που αφορούν την Ουκρανία, την Ευρώπη και τη Ρωσία, είναι καλύτερο να βάζουμε το ζήτημα του στάτους της Κριμαίας σε παρένθεση.

Αναμφίβολα, είναι αναγκαίο, όλες οι πλευρές (τέσσερις τον αριθμό) να εκπληρώνουν τις δεσμεύεις τους βάσει των συμφωνιών του Μίνσκ. Στην περίπτωση αυτή, το κύριο πρόβλημα δεν συνίσταται στη στάση της Μόσχας είτε ακόμη στη στάση των «αποσχιστών» της ανατολικής Ουκρανίας. Σχετικά πρόσφατα, η ρωσίδα πολιτειολόγος Λίλια Σεπτσόβα είχε δηλώσει στον τύπο τα εξής: «Ευθύς εξ αρχής ήταν σαφές, ότι ο συμβιβασμός που έγινε στο Μινσκ, δεν ήταν αποδεκτός από την ουκρανική πλευρά». Παρότι η Σεπτσόβα κατηγορεί την Ρωσία επειδή υποχρέωσε όχι μόνο το Κίεβο, αλλά και το Βερολίνο μαζί με το Παρίσι να υιοθετήσουν μια παρόμοια απόφαση, η προαναφερθείσα επισήμανση που έκανα, δείχνει με σαφήνεια σε τι συνίσταται το πραγματικό πρόβλημα.

Το Κίεβο απλά, απλούστατα, δεν μπορεί και δεν θέλει να υλοποιήσει μέρος της συμφωνίας. Όμως κάθε συμφωνία είναι κι ένας συμβιβασμός. Η συνταγματική μεταρρύθμιση στην Ουκρανία, στο πλαίσιο της οποίας, οι ανατολικές περιοχές της χώρας πρέπει να αποκτήσουν αυτονομία(όχι ανεξαρτησία!) είναι αναγκαία όχι μόνο για το καλό όσων ζουν εκεί. Η μεταρρύθμιση πρέπει να καταστεί εμπόδιο στην πορεία των προσπαθειών που σχεδιάζει η Δύση για να εντάξει την Ουκρανία στην αντιρωσική συμμαχία. Αυτό συνιστά ένα σημαντικό συστατικό τμήμα της συμφωνίας και η Δύση είναι υποχρεωμένη να ασκήσει πιέσεις στο Κίεβο στο ζήτημα αυτό.

Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας δεν έφεραν αποτέλεσμα. Από την αρχή ακόμη είχε γίνει σαφές ότι οι κυρώσεις δεν μπορούν να βοηθήσουν την Ουκρανία. Είναι πιθανόν, ότι ακόμη και αυτοί που τις πρότειναν να μην είχαν τέτοια πρόθεση. Βεβαίως και οι κυρώσεις αποδυνάμωσαν την Ρωσία, όμως η Ρωσία ανήκει σ' εκείνη την κατηγορία των κρατών, στα οποία οι πιέσεις προκαλούν συνήθως αντίθετο αποτέλεσμα. Και στην Δυτική Ευρώπη αυτό άρχισαν να το αντιλαμβάνονται πολλοί.

Ήδη ορισμένα κράτη μέλη της Ε.Ε, (Ιταλία Ελλάδα, Κύπρος, Ουγγαρία) έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκεια τους για την επιβολή των κυρώσεων στη Ρωσία. Άλλα κράτη (Αυστρία, Γαλλία, Τσεχία) δεν τις αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Φαίνεται πως ήρθε ο καιρός να αρθούν οι κυρώσεις αυτές, οι οποίες στην ουσία, δεν έκαναν και δεν μπορούν να κάνουν κανένα καλό, σε καμία πλευρά, τόσο σήμερα, όσο και μελλοντικά. Η άρση των κυρώσεων θα αποτελέσει βήμα προς την ύφεση της έντασης μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας και θα βοηθήσει τον λαό της Ουκρανίας.

Η Χίλαρι Κλίντον πιστεύει ότι η Ρωσία θέλει να «ξανασχεδιάσει τον χάρτη της Ευρώπης»

Όμως η άρση των κυρώσεων την οποία ζητά ο επιχειρηματικός κόσμος στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά ακόμη και πολιτικοί σε πολλές από αυτές, ενδέχεται να μην είναι μια τόσο απλή υπόθεση, αφού οι ρωσόφοβικοί κάθε κατηγορίας, που ''ανδρώθηκαν'' στην διάρκεια του προπαγανδιστικού πολέμου, θα αρχίσουν να κατηγορούν τους ευρωπαίους ηγέτες ότι για μία ακόμη φορά ''πουλήθηκαν'' στον Πούτιν.

Ωστόσο, μια τέτοια πρωτοβουλία δεν μπορεί να αναληφθεί χωρίς να τεθούν κάποιοι όροι. Αντιθέτως, θα απαιτήσουν από τη Μόσχα να συνδράμει εκείνες τις δυνάμεις στην Ανατολική Ουκρανία στις οποίες ασκούνται πιέσεις από Ανατολάς. Και φυσικά θα θέλουν να αποδεχθεί η Μόσχα —έστω και ατύπως- ότι τον κύριο λόγο θα τον έχει το Κίεβο.

Μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας έχει δημιουργηθεί και συνεχίζει να μεγαλώνει μια ιδεολογική άβυσσος, η οποία σε κάποιο βαθμό δημιουργήθηκε εξαιτίας της γεωπολιτικής διένεξης, όχι τόσο μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας,όσο μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Ευθύς εξ' αρχής ένας από τους βασικούς πολιτικούς στόχους της Ουάσιγκτον ήταν να μην επιτρέψει την αναβίωση της ''ντεγκολικής'' Ευρώπης. Προ το παρόν η Ουάσιγκτον το καταφέρνει αρκετά καλά. Ωστόσο εξαιτίας αυτής της πολιτικής δεινοπαθούν οι ευρωπαίοι, από την Λισσαβόνα έως το Βλαδιβοστόκ. Θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τη διχόνοια; Είναι ανάγκη να ξεκινήσουν να το κάνουν από τώρα.

*Τα κείμενα δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι της ιστοσελίδας.

Πηγή: www.ria.ru