ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ένα συναρπαστικό οδοιπορικό στα παράλια του Ευξείνου Πόντου το 1900 - "Ελληνικαί Παροικίαι. Ρωσσίας και Ρωμουνίας"
© Sputnik/Vladimir Vdovin
ΘΕΜΑ: ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ένα συναρπαστικό οδοιπορικό στα παράλια του Ευξείνου Πόντου το 1900 - "Ελληνικαί Παροικίαι. Ρωσσίας και Ρωμουνίας"

Το 1900 ο Διονύσιος Μεταξάς-Λασκαράτος, ένας καταξιωμένος Έλληνας δημοσιογράφος της Ρουμανίας, συγκέντρωσε σε βιβλίο* τη σειρά από άρθρα που είχε δημοσιεύσει σε επιφυλλίδα στον Ελεύθερο Λόγο, την εβδομαδιαία, πολιτική και σατυρική εφημερίδα που εξέδιδε από το 1895 μέχρι το 1901 στη Βράιλα. Ο σκοπός του ήταν να φέρει στο φως τη ζωή και τις δραστηριότητες της ελληνικής ομογένειας στις παραδουνάβιες περιοχές, στα παράλια του Ευξείνου Πόντου, της ευρωπαϊκής και της ασιατικής Ρωσίας και της Αζοφικής θάλασσας. Επίσης, να προσφέρει στους αναγνώστες τις πληροφορίες που είχε συλλέξει ως αποτέλεσμα των συνεχών επισκέψεών του στις διάσπαρτες ελληνικές κοινότητες που, κυρίως κατά το δεύτερο ήμισυ του ιθ' αιώνα, συνέβαλαν με τη δράση και το πνεύμα τους στην ανάπτυξη περιοχών που κάποτε υπήρξαν οικίες για τον ελληνισμό.

Με αυτό το συμπυκνωμένο αλλά πλούσιο σε πληροφορίες οδοιπορικό ο Μεταξάς-Λασκαράτος αποδεικνύεται οξυδερκής παρατηρητής και δίνει δείγμα γραφής για ποιο λόγο θεωρήθηκε ένας από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημοσιογράφους της Ρουμανίας. Με λίγες πινελιές αποτυπώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο του ού της διασποράς γύρω από τον Εύξεινο Πόντο: «Κυριωτέρα ἐπασχόλισις τῶν ὁμογενῶν εἶναι τὸ τοπικὸν ἐμπόριον τόσον χονδρικῶς καθὼς καὶ ἐν μεταπωλήσει, κατὰ συνέπειαν δὲ οὐκ ὀλίγα παντοπωλεῖα Ἑλληνικὰ ὑπάρχουσι», γράφει για την Σεβαστούπολη.

Συνθετικά και λεπτομερέστατα, ο συγγραφέας περιγράφει ένα ταξίδι που ξεκίνησε αιώνες πίσω, όταν κύματα εξ Ανατολής Ελλήνων ομογενών, για να «φύγωσι τὴν Τουρκικὴν θηριωδίαν», ακολούθησαν τα ίχνη των προγόνων τους και επέστρεψαν σε πόλεις που είχαν χτιστεί στην αρχαιότητα στα σημερινά ρωσικά και ρουμανικά παράλια. Ένα ταξίδι που έσβηνε σιγά-σιγά όταν τα κέντρα όπου έλαμπε ο ελληνισμός ατονούσαν ή μετατοπίζονταν και οι δραστηριότητες στις οποίες οι Έλληνες ξεχώριζαν και από τις οποίες κρατούσαν τα ηνία περνούσαν σε άλλα πιο ανταγωνιστικά χέρια. Ο πόλεμος της Κριμαίας (1853-1856) άλλαξε την ζωή των εκεί πόλεων όταν τα συμμαχικά άγγλο-γαλλικά στρατεύματα τις κατέλαβαν, όταν πολλά λιμάνια έπαψαν να είναι εμπορικά και έγιναν στρατιωτικά και όταν το εμπόριο πέρασε από Έλληνες σε Ιταλούς, Πορτογάλους, Αμερικανούς αλλά, κυρίως, στους Εβραίους που είχαν πλημμυρίσει τις πόλεις και είχαν επιβάλει «λυσσαλέον συναγωνισμόν».

Ως αποτέλεσμα της εξερεύνησής του ο Μεταξάς-Λασκαράτος όχι μόνο περιγράφει αλλά παραθέτει στοιχεία που δίνουν ανάγλυφη μια πλήρη εικόνα της καθημερινότητας τόσο στις πιο μικρές ελληνικές παροικίες που συνάντησε (όπως π.χ. το Νικολάιεφ, την Ευπατορία, τη Θεοδοσία, το Γενιτσέσκι, το Γεΐσκι, κλπ) μέχρι τις πιο μεγάλες, οργανωμένες και σημαντικές. Μέσα σε αυτές τις τελευταίες, σε ότι αφορά την Ρωσία, βρίσκονται: το Ταϊγάνιο, η έδρα των μεγάλων εμπορικών οίκων γεννημάτων, σιτέμπορων, εμπορομεσιτών και καταστηματαρχών ναυτικών ειδών· το Ροστόβιον, όπου το ναυτικό εμπόριο ανήκει σχεδόν αποκλειστικά σε ομογενείς- η Αικατερινοντάρ, της οποίας η ανάπτυξη της παραγωγής και του εμπορίου του καπνού οφείλεται στους Έλληνες- η Κριμσκάγια, της οποίας όλα τα αρτοποιεία ανήκουν επίσης σε Έλληνες- το Βατούμι, με 3000 Έλληνες που ασχολούνται με το εμπόριο παντός είδους και όπου λειτουργεί ένα καπνεργοστάσιο στο οποίο εργάζονται 1500 ομογενείς- η Τιφλίδα, όπου οι περισσότεροι Έλληνες είναι κτίστες και εργολάβοι- η Οδησσός, πόλη που είχε κάποτε Έλληνα δήμαρχο, τον «μεγάθυμο ομογενή κ. Γρ. Μαρασλῆ», στον οποίο οφειλόταν το Θέατρο, ένα από τα πιο λαμπρά κτίρια της πόλης, επισημαίνοντας πως «ἐν τῆ προόδῳ ταύτη πρωταγωνίστησαν οἱ ἐκεῖσε ἐγκατεστημένοι Ἕλληνες».

Εγκωμιαστικά εκφράζεται για τους Έλληνες του Καυκάσου και σημειώνει ότι ο αριθμός τους υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες και είναι «πεπροικισμένοι» με «πολλὰς ἀρετὰς», ότι είναι εξαιρετικοί γεωργοί και ότι «κατέστησαν τὰ μέρη εκεῖνα ἀληθεῖς Παραδείσους». Προσθέτει ότι στην πλειοψηφία τους ποθούν τον επαναπατρισμό στην μητέρα Ελλάδα και τονίζει το πλούτο που θα σήμαινε για την χώρα η εγκατάσταση σε αυτή σε ένα τόσο φιλότιμο και εργατικό πληθυσμό. «Ἡ φιλεργία καὶ τὸ παραγωγικὸν δὲν εἶναι αἱ μόναι ἀρεταὶ τῶν ἐν Καυκάσῳ Ἑλλήνων. Τὰ στήθη αὐτῶν φλέγει καὶ διάπυρον πατριωτικὸν αἰσθημα τὸ ὁποῖν ἀκράτητον ἐκδηλοῦται εἰς πᾶσαν περίστασιν», γράφει.

Ο συγγραφέας καταγράφει σε κάθε μέρος που επισκέφτηκε τον ελληνικό πληθυσμό που κατοικεί εκεί, την προέλευσή τους (επί το πλείστον Μικρασιάτες ή προερχόμενοι από την Κεφαλονιά, την Ιθάκη, την Χίο, τη Μύκονο, παρ' ότι υπήρχαν και πολλοί άλλοι από τη σκλαβωμένη και την ελεύθερη Ελλάδα). Περιγράφει τις ασχολίες τους, τα ονόματα των επιφανών ομογενών, τα ονόματα των καταστημάτων τους, το τι παρατήρησε σε σχέση με την καθημερινότητα, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τις ελλείψεις τους, την αφοσίωση στην εθνική ανατροφή και τον πατριωτισμό, καθώς και τα πατρώα ήθη και έθιμα.

Όμως, δεν αποφεύγει να αποδώσει ευθύνες προς πάσα κατεύθυνση σε ό,τι αφορά τον εκφυλισμό που, κατά τη γνώμη του, όλο και περισσότερο απλωνόταν και που οφειλόταν, άλλες φορές στη έλλειψη πατριωτισμού, την ξενολατρία, το συμφέρον ή στους μικτούς γάμους και, άλλες φορές, στην αδιαφορία της πολιτείας που τους είχε ξεχάσει και δεν είχε φροντίσει ώστε να υπάρχουν σχολεία, εκκλησίες, προξενεία και επαρκή κέντρα διαπαιδαγώγησης για τα ελληνόπαιδα, αλλά αυτά εξαρτιόταν από τις δυνατότητες των ομογενών και μόνον. Μάλιστα, πολλές φορές εκφράζει τον πόνο του όταν οι ελληνικές εκκλησίες είχαν περάσει σε ρωσικά χέρια λόγω πια έλλειψης πληθυσμού και παραμέλησης εκ μέρος των Ελλήνων.

Με μεγάλη περηφάνια διατυπώνει ότι τα εμπορικά καταστήματα πρώτης τάξεως (αρτοπωλεία, παντοπωλεία, αλλαντοπωλεία, καπνοπωλεία, μέχρι και ξενοδοχεία, εστιατόρια ή ζαχαροπλαστεία) ανήκουν σε Έλληνες και ότι Έλληνες είναι επίσης ακόμα και όσοι ξεχωρίζουν στις σημαντικότερες εμπορικές δραστηριότητες: εξαγωγικό εμπόριο (γεννήματα), ναυπηγοεπισκευαστικές βιοτεχνίες που εκμεταλλεύονταν τα δάση τις περιοχής, ποταμόπλοια, ατμοπλοϊκά πρακτορεία, κλπ.

Υπάρχουν βιβλία που αποκτούν με τον καιρό πρόσθετη αξία. Το επίκαιρο οδοιπορικό του Διονυσίου Μεταξά-Λασκαράτου είναι ένα από αυτά και αξίζει μια επανέκδοση.

* Ελληνικαί Παροικίαι. Ρωσσίας και Ρωμουνίας, του Διονυσίου Μεταξά-Λασκαράτου, Βραζιλία, Τυπογραφείο Universala Κων. Π. Νικολάου, 1900, 128 σ. (Συμπεριλαμβάνει εικόνες πόλεων, τοπικών ενδυμασιών και προσώπων).

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ