ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ιστορικά κτίρια στην καρδιά της ρωσικής πρωτεύουσας
© Sputnik/Vladimir Pesnya
ΘΕΜΑ: ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ιστορικά κτίρια στην καρδιά της ρωσικής πρωτεύουσας

Πώς έλεγαν τον Κινηματογράφο Τέχνης («Χουντόζεστβενι») πριν από έναν αιώνα, πού βρίσκεται το «άθλιο διαμέρισμα», και τι σχέση έχουν οι εκκλησίες της Μόσχας με τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της χώρας; Πίσω από τις προσόψεις των παλιών κτιρίων κρύβεται όχι μόνο το κομψό τους εσωτερικό, αλλά και οι ελκυστικές τους ιστορίες. Ιστορίες που δημιουργήθηκαν στο πέρασμα δεκαετιών, ακόμη και αιώνων — ανάλογα με την ηλικία του κτιρίου. Ιδού, λοιπόν, μια επιλογή των πιο ενδιαφέροντων ιστορικών κτιρίων της Μόσχας, από αυτά που βρίσκονται σε δρόμους που συμμετέχουν στο πρόγραμμα εξωραϊσμού «ο δρόμος μου».

© Sputnik/Aleksey Kudenko

Ένα κτίριο άκρως «καλλιτεχνικό»

Πλατεία Αρμπάτσκαγια 14. Κινηματογράφος Τέχνης («Χουντόζεστβενι»)

Το «Ηλεκτροθέατρο Τέχνης (Χουντόζεστβενι)» είναι ένας από τους πρώτους κινηματογράφους της Μόσχας. Η πρώτη προβολή έγινε εδώ στις 11 Νοεμβρίου του 1909. «Πρόκειται για μία αίθουσα 400 ατόμων. Το συντριβάνι στο φουαγιέ φωτίζεται, όλα είναι καμωμένα αριστοτεχνικά. Η επιβλητική οθόνη σε μία φωτισμένη σκηνή διαμορφωμένη σαν σπήλαιο». Αυτήν την περιγραφή δίνει για τον νέο κινηματογράφο η εφημερίδα «Ρούσκιε βέντομοστι».

Ο κινηματογράφος έγινε τόσο δημοφιλής που οι 400 θέσεις δεν επαρκούσαν. Στα 1912 ασχολήθηκε με την ανακατασκευή του κινηματογράφου ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της εποχής, ειδικός στο «μοντέρνο στυλ» (τη ρωσική εκδοχή του art nouveau), Φιόντορ Όσιποβιτς Σέχτελ. Στην αίθουσα του ανακαινισμένου κινηματογράφου οι θέσεις ήταν πια 925. Στην πρόσοψη τοποθετήθηκαν παραστάδες και δύο κόγχες με ανάγλυφα — δύο άρματα που το ένα πάει να συναντήσει το άλλο. Το κτίριο εξοπλίστηκε με σύγχρονο σύστημα εξαερισμού και σύστημα θέρμανσης με ατμό.

Μετά την επανάσταση, ο Κινηματογράφος Τέχνης έγινε ο πρώτος κινηματογράφος που υπήχθη στην Κρατική Επιτροπή Κινηματογράφου. Σε αυτόν συγκεντρωνόταν η σοβιετική ιντελιγκέντσια. Εδώ, στις 28 Δεκεμβρίου του 1925, κατά την προβολή του «θωρηκτού Ποτέμκιν» ανακοινώθηκε επίσημα η αυτοκτονία του Σεργκέι Γιεσένιν.

Το 1955 το θέατρο ήταν το πρώτο που απόκτησε ευρεία οθόνη στη Μόσχα. Το μήκος της έφθανε τα 14 μέτρα, πράγμα που για την εποχή ήταν περίπου τριπλάσιο του συνηθισμένου. Η οθόνη ήταν κατασκευασμένη από ειδικό πλαστικό υλικό, που αύξανε την φωτεινότητα της προβολής και είχε υψηλή αντανάκλαση.

Την ίδια περίοδο αφαιρέθηκαν από τον κινηματογράφο τα στοιχεία του «μοντέρνου στυλ». Τα ανάγλυφα εκτοπίστηκαν από την πρόσοψη και σφραγίστηκαν τα παράθυρα. Το κτίριο πήρε το αυστηρό ύφος του κονστρουκτιβισμού. Αυτό ανταποκρινόταν στο πνεύμα των καιρών: Ο Νικήτα Χρουστσώφ, γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης ήταν μεγάλος αντίπαλος των αρχιτεκτονικών υπερβολών. Παρόλα αυτά, ο Κινηματογράφος Τέχνης ήταν ο καλύτερος στην πόλη μέχρι την κατασκευή, το 1961, της αίθουσας κινηματογράφου και συναυλιών
«Ρωσία».

Το 2009, το περίφημο κινηματοθέατρο γιόρτασε τα εκατό του χρόνια. Στις εορταστικές εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα στο φουαγιέ εγκαινιάστηκε το μνημείο του πρώτου εισιτηρίου. Το 2014 αποκαταστάθηκε η πρόσοψη του Κινηματογράφου Τέχνης στην αρχική της μορφή, με τα ανάγλυφα και τα ανοίγματα των παραθύρων. Επίσης, επαναφέρθηκε η αρχική ονομασία του «Ηλεκτροθέατρο Τέχνης».

Η πολυκατοικία του Μπουλγκάκοφ

Οδός Μπολσάγια Σαντόβαγια 10

Η πενταόρωφη πολυκατοικία σε «μοντέρνο στυλ» κτίστηκε το 1903 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Αντονίν Μιλκόφ και Εδμόνδου Γιουντίτσκι. Ένα μέρος των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας αυτής χρησιμοποιούνταν από τις φοιτήτριες της Ανώτατης Σχολής θηλέων της Μόσχας. Στα υπόλοιπα έμεναν, κατά κύριο λόγο, γιατροί και καλλιτέχνες. Εδώ υπήρχε μέχρι και εξοπλισμένο καλλιτεχνικό εργαστήριο. Κατά καιρούς στην πολυκατοικία κατοίκησαν οι Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, οι ζωγράφοι Πιοτρ Κοντσαλόφσκι και Αριστάρχ Λεντούλοφ, ο κρατικός παράγοντας και στέλεχος του κόμματος Βλαντίμιρ Μποντς-Μπρουέβιτς και ο αρχιτέκτονας Σεργκέι Σούτσμαν.

Θυμάστε το «άθλιο διαμέρισμα» από τον «Μαίτρ και τη Μαργαρίτα», όπου σύμφωνα με τον συγγραφέα έμενε ο Στιόπα Ληχοντέεφ και ο Μιχάηλ Αλεξαντρόβιτς Μπερλιόζ, κι έπειτα η ακολουθία του Βόλαντ; Οι ερευνητές του έργου του Μπουλγκάκοφ και οι ειδικοί σε θέματα της Μόσχας συγκλίνουν στην άποψη ότι το πρότυπο του διαμερίσματος βρίσκεται σε αυτήν εδώ την πολυκατοικία, στον αριθμό 10 της οδού Μπολσάγια Σαντόβαγια. Μόνο που στο μυθιστόρημα ο αριθμός της πολυκατοικίας έχει αλλάξει σε 302-Β. Εδώ ο Σεργκέι Γιεσένιν γνώρισε την Ισιδώρα Ντάνκαν, ο Πιοτρ Κοντσαλόφσκι ζωγράφισε χιλιάδες γνωστούς πίνακές του, εδώ έρχονταν ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι, ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, ο Αλεξάντρ Ταΐροφ, ο Ανατόλι Μαριενγκόφ. Εδώ έμενε λίγο πριν από την απόπειρα δολοφονίας του Λένιν και η Φάνυ Καπλάν.

Σήμερα στην πολυκατοικία βρίσκεται το Μουσείο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Στο κτίρια διατηρούνται οι ανάγλυφες διακοσμήσεις στις κύριες εισόδους, οι σκαλιστές πόρτες με τα πηχάκια των διαμερισμάτων και τα σφυρήλατα κάγκελα στις σκάλες. Στην αριστερή είσοδο του τρίτου ορόφου διατηρείται, εν μέρει, η διακόσμηση του διαμερίσματος του ιδιοκτήτη του σπιτιού, Ηλία Πίγκιτ.

Η κατοικία του Νικολάι Ιγκούμινοφ

Οδός Μπολσάγια Γιακιμάνκα 43

Η κατοικία του Ιγκούμινοφ κτίστηκε το 1895 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νικολάι Ποσντέεφ. Σήμερα στο κτίριο αυτό είναι εγκατεστημένη η πρεσβεία της Γαλλίας και η κατοικία του πρέσβη.

Ο Νικολάι Ιγκούμινοφ, έμπορος και κάτοχος χρυσωρυχείων στη Σιβηρία, αιτήθηκε την κατασκευή μιας νέας πέτρινης κατοικίας στη Μόσχα το 1888. Για την κατασκευή της έπαυλης σε ψευδορωσικό στυλ χρησιμοποιήθηκαν ολλανδικά τούβλα και τα πολύχρωμα πλακάκια για τη διακόσμηση του σπιτιού κατασκευάστηκαν στο περίφημο εργοστάσιο κεραμεικής Κουζνετσόφ. Τα εσωτερικά διαμόρφωσαν ο ζωγράφος και αρχιτέκτονας Πιοτρ Μποϊτσόφ και ο αδελφός του αρχιτέκτονα που έκανε τα σχέδια, αρχιτέκτονας Ιβάν Ποσντέεφ. Ο τελευταίος ολοκλήρωσε και την κατασκευή της κατοικίας μετά τον θάνατο του αδελφού του, το 1893.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στεγάστηκε εδώ για ένα διάστημα το Ινστιτούτο Εγκεφάλου, που ιδρύθηκε το 1928 και λειτουργούσε ως εργαστήριο μελέτης του εγκεφάλου (εδώ κατέληξε ο εγκέφαλος του Λένιν μετά τον θάνατο του).

Διάφοροι θρύλοι συνδέονται με το σπίτι του Ιγκούμινοφ. Σύμφωνα με έναν από αυτούς, ο διευθυντής του εργοστασίου είχε την πρόθεση να ζήσει εδώ με την ερωμένη του, όμως τη συνέλαβε να τον απατάει και έχτισε την άπιστη στους τοίχους της έπαυλης. Ακόμη διηγούνται πως, όταν κάποτε ο Ιγκούμινοφ αποφάσισε να καταπλήξει τους καλεσμένους του, έστρωσε το πάτωμα με χρυσά νομίσματα. Στα νομίσματα απεικονιζόταν το προφίλ του αυτοκράτορα Νικολάου του ΙΙ, κι έτσι οι επισκέπτες όλο το αυτό το βράδυ έδειξαν, άθελά τους, ασέβεια προς το πρόσωπο του τσάρου. Πιστεύεται πως η εξορία του Ιγκούμινοφ στην Αμπχαζία σχετίζεται με το ότι φήμες για ό,τι συνέβη εκείνο το βράδυ έφτασαν στα αυτιά του αυτοκράτορα.

© Sputnik/Ruslan Krivobok

Η Κρατική βιβλιοθήκη της Ρωσίας

Οδός Βοζντβίζενκα 3

Το 1924, η βιβλιοθήκη του μουσείου Ρουμιάντσεφ μετατράπηκε στην Κρατική βιβλιοθήκη «Λένιν» της Σοβιετικής Ένωσης. Η τεράστια παρακαταθήκη βιβλίων και ο σημαντικός ρόλος του ιδρύματος επέβαλλαν να γίνουν μεταρρυθμίσεις. Πρώτα πρώτα, διευρύνθηκε η πλατεία. Το 1926 το Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων (Σοβναρκομ) της Σοβιετικής Ένωσης αναγνώρισε ότι «το υπάρχον κτίριο της βιβλιοθήκης Λένιν δεν ήταν αντάξιο του έργου και της σημασίας της».

Τα έτη 1927-1929 έγινε διαγωνισμός για το καλύτερο αρχιτεκτονικό σχέδιο σε τρία στάδια, όμως ο διευθυντής της βιβλιοθήκης Βλαντίμιρ Νέβσκι επέλεξε το έργο των αρχιτεκτόνων Βλαντίμιρ Γκελφρέιχ και Βλαντίμιρ Στσουκό, αν και δεν είχαν λάβει μέρος στον διαγωνισμό. Το νέο κτίριο έγινε πρότυπο του σταλινικού αμπίρ ρυθμού. Οι αρχιτέκτονες συνταίριαξαν τη σοβιετική μνημειακή αρχιτεκτονική με τις φόρμες του νεοκλασσικισμού.

Η βιβλιοθήκη είναι πλούσια διακοσμημένη. Ανάμεσα στους πυλώνες της πρόσοψης, υπάρχουν μπρούτζινα ανάγλυφα με απεικονίσεις του Αρχιμήδη, του Κοπέρνικου, του Νεύτωνα, του Λεμονόσοφ, του Πούσκιν και άλλων επιστημόνων, φιλοσόφων και συγγραφέων. Για επένδυση χρησιμοποιήθηκε ασβεστόλιθος και μαύρος γρανίτης, και για τα εσωτερικά μάρμαρο, μπρούντζος και δρύινη επένδυση για τους τοίχους. Η γλυπτή ζωοφόρος πάνω από την κύρια πύλη φιλοτεχνήθηκε κατά βάση σύμφωνα με σχέδια του Βλαντίμιρ Στσουκό. Στη διαμόρφωση των εσωτερικών της βιβλιοθήκης έλαβαν μέρος σημαντικοί Ρώσοι γλύπτες: ο Ματβέι Μάνιζερ, η Ναντιέζντα Κραντιέφσκαγια, η Βέρα Μούχινα και άλλοι.

Στο κτίσιμο δεν αποφεύχθηκε η προπαγάνδα του επιστημονικού αθεϊσμού. Για τον διάκοσμο του κτιρίου χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από τον κατεστραμμένο ναό του Χριστού Σωτήρα, και για τα έκτυπα ανάγλυφα του δευτέρου ορόφου χρησιμοποιήθηκε μπρούντζος από τις λιωμένες καμπάνες των εκκλησιών της Μόσχας.

© Sputnik/Yury Artamonov

Η μόνη αγγλικανική εκκλησία της Μόσχας

Οδός Βοζνεσένσκι Περεούλοκ 8/5, κτίσμα 2

Το κτιριακό σύμπλεγμα της αγγλικανικής εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα ανάγεται στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνα. Το έργο ανατέθηκε στον διάσημο Άγγλο αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Νιλ Φρίμαν. Ο ίδιος ο Φρίμαν δεν ήρθε στη Μόσχα, όμως έστειλε τα σχέδια. Επρόκειτο για μια τυπική εκκλησία σε νεογοτθικό στυλ. Το κτίριο κτίστηκε μέσα σε μία διετία, από το 1882 μέχρι το 1884. Ήταν μία μονόκλιτη βασιλική από κόκκινο τούβλο με παράπλευρο πύργο που δεν έγινε καμπαναριό, αν και αρχικά αυτό είχε προβλεφθεί. Η συνολική επιφάνεια όλων των κτισμάτων της εκκλησίας είναι γύρω στα 3,5 χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα.

Η πρώτη λειτουργία τελέστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1884. Μετά από μερικούς μήνες τελέστηκε επίσημη ακολουθία, στην οποία έλαβε μέρος ο επίσκοπος του Λονδίνου Τζόναθαν Τίτκομπ. Ο ναός καθαγιάστηκε από τον επίσκοπο προς τιμή του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη της Σκωτίας. Την εποχή εκείνη η συντριπτική πλειοψηφία της αγγλικανικής κοινότητας της Μόσχας ήταν σκωτσέζοι. Η αγγλικανική εκκλησία της Μόσχας δεν ήταν μόνον τόπος προσευχής και λατρείας, αλλά και κοινωνικό κέντρο για τα μέλη της βρετανικής παροικίας. Εδώ υπήρχε βιβλιοθήκη, αίθουσα συνελεύσεων και αρχείο. Στον πύργο κατασκευάσθηκε θησαυροφυλάκιο, στο οποίο τα μέλη της κοινότητας φύλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.

Ο ναός του Αγίου Ανδρέα είχε τόσο αγγλικό ύφος, που πολλοί Βρετανοί ταξιδιώτες αναφέρθηκαν στην περίεργη εντύπωση που έδινε. Σαν να μην βρίσκονταν στη Μόσχα, αλλά σε μια μικρή πόλη της αγγλικής επαρχίας.

Η συνηθισμένη τάξη των πραγμάτων ανατράπηκε τον 20ο αιώνα με τους πολέμους και τις επαναστάσεις. Τον Οκτώβριο του 1917 οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν τον πύργο της εκκλησίας και επιτέθηκαν με μυδραλιοβόλα στο διπλανό κτίριο, που ήταν κατοικία του γενικού κυβερνήτη. Αργότερα ο ηγούμενος θυμόταν πως μετά το τέλος των εχθροπραξιών στην αυλή υπήρχαν λίμνες αίματος και το έδαφος ήταν καλυμμένο από τους κάλυκες του μυδραλιοβόλου.

Στον 20 αιώνα, ο ναός δέχθηκε πολλαπλά πλήγματα. Τον καιρό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταστράφηκαν τελείως τα βιτρό μετά από τις εναέριες επιθέσεις των Γερμανών. Επίσης, εξαφανίστηκαν οι τοιχογραφίες και το ιστορικό όργανο.

Από τότε, ο ναός του Αγίου Ανδρέα είναι η μοναδική αγγλικανική εκκλησία στη Μόσχα. Οι ακολουθίες στο ναό τελούνται μόνο στα αγγλικά. Προσέρχονται να τις παρακολουθήσουν άνθρωποι από περισσότερες από 40 χώρες, διαφόρων εθνικοτήτων και οπαδοί διαφορετικών δογμάτων. Στο κτίριο του ναού λειτουργεί αγγλικανικό — ορθόδοξο μορφωτικό κέντρο, βιβλιοθήκη, κατηχητικό και ο αγγλόφωνος σύλλογος των Ανωνύμων Αλκοολικών.

Το κτίριο της Μοσσελπρόμ

Οδός Καλάσνι περεούλοκ 2/10

Το 1912 ο αρχιτέκτονας Νικολάι Στρούκοφ ξεκίνησε με εντολή του εμπόρου Τιτόφ τις εργασίες ανοικοδομήσεως αυτής της πολυόροφης πολυκατοικίας, της οποίας τα διαμερίσματα προορίζονταν για ενοικίαση, στη διασταύρωση των οδών Καλάσνι, Νίζνι Κισλόφσκι και Μάλι Κισλόφσκι Περεούλοκ. Στις 22 Μαρτίου του 1913 κατέρρευσε η πρόσοψη, ενώ το πενταώροφο κτίριο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Επειδή οι συγκυρίες ήταν δύσκολες, λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το κτίριο αποκαταστάθηκε μόνο προσωρινά. Το 1923-1925 αποφασίστηκε να αποκατασταθεί εξολοκλήρου το κτίριο και να προστεθούν δύο όροφοι και στην κορυφή, ο εξαγωνικός πύργος με τις προεξοχές και το ρολόι. Με την ολοκλήρωση των εργασιών πολλές από τις αίθουσες του κτιρίου χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες από τη Μοσελπρόμ (Μοσχοβίτικη ένωση για την επεξεργασία των αγροτικών προϊόντων), ενώ άλλο τμήμα του κτιρίου ήταν κατοικήσιμο. Εδώ είχαν εγκατασταθεί οι εργάτες της εργοστασίου παραγωγής προϊόντων ζαχαροπλαστικής Μπαμπάγιεφσκι.

Το κτίριο της Μοσελπρόμ έγινε διάσημο χάρη στη ζωγραφική του διακόσμηση, που φιλοτεχνήθηκε σύμφωνα με τα σχέδια του ζεύγους Αλέξανδρου Ρόντσενκο και της συζύγου του, Βαρβάρας Στεπάνοβα. Οι επιγραφές έγιναν απευθείας πάνω στα τούβλα και στα περιβλήματα από κόντρα πλακέ ζωγραφίστηκαν εικόνες νεκρής φύσης, ενώ οι τοίχοι δεν σοβατίστηκαν. Ο Ρόντσενκο ζωγράφισε τα σοκολατογλυκά «Μίσκα Κοσολάπι», την μπίρα «Ντρουγκ Ζελούντκα» και τα τσιγάρα «Γκερτσεγκόβινα Φλορ». Στους τοίχους έγραφε, με έντονες ελκυστικές επιγραφές «Μαγιά», «Μπύρα και νερό», «γλυκά». Και φυσικά κάθε Μοσχοβίτης ήξερε πώς «τρόφιμα καλύτερα από του Μοσελπρομ δεν έχει". Το διαφημιστικό σλόγκαν που εντάχθηκε στην γραφικότατη διακόσμηση δεν το σκέφτηκε όποιος κι όποιος. Το έγραψε ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Είναι αλήθεια πως στη δεκαετία του τριάντα οι ζωγραφιές σβήστηκαν. Το 1937 το κτίριο μετατράπηκε σε κατοικία. Η εξωτερική του όψη αποκαταστάθηκε περισσότερο από 60 χρόνια μετά, το 1997. Όμως και η ζωγραφική δεν αντιστοιχεί με την πρωτότυπη, γιατί έγινε πάνω σε σοβά.

Σήμερα στο κτίριο στεγάζεται ένα από τα τμήματα της Ρωσικής Ακαδημίας Θεάτρου και το εργαστήρι του Ηλία Γλαζούνοφ.

© Sputnik/Anton Denisov

Όταν τα χειρόγραφα καίνε…

Νικίτσκι μπουλβάρ 7α

Στο κέντρο της Μόσχας, στο Νικίτσκι Μπουλβάρ, βρίσκεται μία παλιά έπαυλη, ένα κτιριακό σύμπλεγμα που άρχισε να κτίζεται τον 17ο αιώνα. Η πύλη από χυτοσίδηρο οδηγεί στο προαύλιο, όπου κάθεται σκεπτικό ένα άγαλμα του Νικολάι Γκόγκολ. Μπρούτζινο, φυσικά. Το μνημείο φιλοτέχνησε ο Νικολάι Αντρέγιεφ το 1909 για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του συγγραφέα. Βέβαια δεν ήταν τοποθετημένο εδώ, αλλά στο Πρετσίστενσκι (ήδη Γκόγκολεφσκι) Μπουλβάρ. Εκεί βρισκόταν μέχρι το μέσον του προηγούμενου αιώνα, όταν αποφασίστηκε η αντικατάστασή του με ένα άλλο πιο χαρούμενο άγαλμα. Όμως και η τωρινή θέση του μνημείου δεν είναι τυχαία, διότι στην έπαυλη του κόμη Αλέξανδρου Τολστόι ο Γκόκγολ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Όλοι όσοι έρχονταν στην έπαυλη του κόμη, τον έβρισκαν να γράφει στο υπερυψωμένο αναλόγιο ή στο γραφείο. Κατά τη συγγραφή, ο Γκόγκολ συχνά απήγγελλε μεγαλόφωνα το κείμενο, έπαιζε ολόκληρες σκηνές από το έργο. Στις 5 Νοεμβρίου του 1851 στην αίθουσα του πρώτου ορόφου ο Γκόγκολ διάβασε την κωμωδία «ο Επιθεωρητής» στους ηθοποιούς του Μικρού Θεάτρου της Μόσχας. Στο σπίτι του κόμη Τολστόι κάηκε ο δεύτερος τόμος των Νεκρών Ψυχών. Κι εδώ, υπό μυστηριώδεις συνθήκες, πέθανε ο μεγάλος Ρώσος κλασσικός στις 21 Φεβρουαρίου του 1852.

Σήμερα στην έπαυλη στεγάζεται το σπίτι — μουσείο στη μνήμη του Γκόγκολ και μία επιστημονική βιβλιοθήκη.

Το σπίτι των εξερευνητών του πόλου

Νικίτσκι μπουλβάρ 9

Αρχικά το κτιριο, τα διαμερίσματα του οποίου προοριζόταν για ενοικίαση, ανήκε στην κόμισσα Σερεμέτεβα, και χτίστηκε το 1901. Το 1936 και 1937 ο αρχιτέκτονας Γιεβγκιένι Ιόχελες το επανακατασκεύασε κατ' εντολή της Γενικής Διεύθυνσης της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού.

Το κτίριο είναι κτισμένο σε ιταλικό στυλ και αντιπροσωπεύει ένα από τα κομψότερα παραδείγματα προπολεμικής σοβιετικής αρχιτεκτονικής. Το κτίσμα με τα πλατιά γείσα είναι σχεδόν συμμετρικό στην πρόσοψή του προς τη λεωφόρο. Μόνο η αριστερή πτέρυγα διαφέρει ως προς τις διαστάσεις και τη μορφή των παραθύρων, έχει μία ελαφριά στροφή σε σχέση με την επιφάνεια της πρόσοψης. Ο Γιεβγκιένι Ιόχελες περιέλαβε στο σχέδιό του και ένα μικρό, προεπαναστατικό κτίριο εντάσσοντάς το οργανικά στον όγκο του νέου οικοδομήματος.

Στο κτίριο αυτό έζησαν κατά καιρούς εννέα ήρωες της σοβιετικής ένωσης, μεταξύ αυτών και οι πολικοί εξερευνητές Μιχαήλ Μπελοούσοφ, Νικολάι Ζούμποφ, Ανατόλι Λιαπιντέφσκι, Ιβάν Τσερεβίτσνι, Πιοτρ Σιρσόφ και ο Γκεόργκι Ουσακόφ.

Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου

Ροζντέστβενσκι μπουλβάρ 8/20

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1386 από την πριγκίπισσα Μαρία (μοναχή Μάρθα). Είναι ένα από τα παλαιότερα γυναικεία μοναστήρια της Μόσχας. Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετικά με την αρχική του τοποθεσία. Σύμφωνα με την πρώτη, το μοναστήρι βρισκόταν στην περιοχή του Κρεμλίνου και ονομαζόταν «επί της τάφρου». Εκεί βρισκόταν μέχρι το 1484, όμως μετά τη μεγαλειώδη ανακατασκευή του Κρεμλίνου επί Ιβάν του Τρίτου μεταφέρθηκε στην τωρινή του τοποθεσία.

Σύμφωνα με τη δεύτερη, και πιο αξιόπιστη εκδοχή, η μονή της Γέννησης ήταν από την αρχή κτισμένη στη σύγχρονη τοποθεσία της, στην αριστερή όχθη του ποταμού Νεγκλίνι, σε εδάφη που ανήκαν στην ιδιοκτησία του πρίγκηπα του Σέρπουχοφ Βλαντίμιρ Αντρέγιεβιτς, γιο της πριγκίπισσας Μαρίας.

Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής πυρκαγιάς του 1500 η Μονή της Γεννήσεως κάηκε. Ο Μέγας Πρίγκηπας Ιβάν ο Τρίτος διέταξε την επανασύστασή της και την κατασκευή ενός νέου ναού από πέτρα. Ο νέος, μονότρουλος ναός, πιστεύεται ότι είναι αρχιτεκτονικό αντίγραφο του παλιού Ναού του Σωτήρα στο Μοναστήρι του Ανδρόνικου.

Το καλοκαίρι του 1547, στην επόμενη μεγάλη πυρκαγιά κάηκε το κτίσμα της μονής ενώ η φωτιά έπληξε και τον πέτρινο ναό. Σύντομα όμως αποκαταστάθηκε μετά το τάμα της αυτοκράτειρας Αναστασίας Ρομάνοβνα, συζύγου του Ιβάν του τρομερού.

Στους επόμενους αιώνες, στο μοναστήρι έγιναν πολλές αλλαγές. Έτσι, στα 1670 στη δυτική πλευρά του ναού χτίστηκε ο τύμβος της πριγκιπικής οικογένειας των Λομπάνωφ-Ροστόφσκι. Το 1687 ανεγέρθηκε ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, με τον νάρθηκα και ορισμένα παρεκκλήσια. Και το 1836 πάνω από την Αγία Πύλη κτίστηκε το καμπαναριό με την εκκλησία του ιερομάρτυρα Ευγενίου, επισκόπου Χερσώνας.

Το 1922 το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε. Εδώ μεταφέρθηκαν διάφορα ιδρύματα και τα κελιά μετατράπηκαν σε κοινοβιακά διαμερίσματα. Το νεκροταφείο του μοναστηριού με τον τάφο της ιδρύτριάς του, πριγκίπισσας Μαρίας, καταστράφηκε, ενώ κατεδαφίστηκε ένα μέρος των τειχών. Το 1974 με απόφαση του Συμβουλίου του δήμου της Μόσχας η μονή παραδόθηκε στο Αρχιτεκτονικό Ινστιτούτο της Μόσχας για την οργάνωση μουσείου πολιτιστικού πάρκου για την παλαιορωσική τέχνη και την αρχιτεκτονική.

Ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου επαναλειτούργησε στις 14 Μαΐου του 1992. Η μονή επανασυστήθηκε το 1993, όμως προς το παρόν βρίσκεται υπό ανακατασκευή.

© Sputnik/Vladimir Pesnya

Μια πόλη μέσα στην πόλη

Οδός Σεραφιμόβιτσα 2

Το 1918, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Πετρούπολη στη Μόσχα, πολλοί κρατικοί υπάλληλοι μετατέθηκαν. Αρχικά, τους στέγασαν σε ξενοδοχεία, ωστόσο η απόφαση αυτή ήταν προσωρινή. Το 1927 συγκροτήθηκε επιτροπή για την οικοδόμηση του κτιρίου για την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή και το Συμβούλιο λαϊκών επιτρόπων.

Και το 1931, στην περιοχή όπου παλαιότερα βρίσκονταν κρασαποθήκες και αλαταποθήκες, ο αρχιτέκτονας Μπορίς Ιοφάν έκτισε το περίφημο «Κτίριο στην προκυμαία». Η μοναδική αρχιτεκτονική εκφραστικότητα του κτιρίου προκύπτει από τον συνδυασμό των ομοιόμορφων διαμερισμάτων με την περίπλοκη γενική άποψη του συμπλέγματος των κτισμάτων που το συναπαρτίζουν, και τη δημιουργία εσωτερικών αυλών. Στις εσωτερικές αυλές διαμορφώθηκε γκαζόν και τοποθετήθηκαν σιντριβάνια.

Στο κτίριο μετακόμισε η νέα σοβιετική ελίτ: στρατηγοί, λαϊκοί επίτροποι, επιστήμονες, πολιτιστικοί παράγοντες. Τα διαμερίσματα ήταν υπηρεσιακά, και οι ένοικοί τους άλλαζαν κατά καιρούς, συχνά χωρίς τη θέλησή τους. Το κτίριο της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής ήταν μία μικρή πόλη μέσα στην πόλη. Εδώ υπήρχαν σκεπαστά γήπεδα τένις, κινηματογράφος, χώρος για ηλιοθεραπεία, γυμναστήριο, κλαμπ, βρεφονηπιακός σταθμός, παιδικός σταθμός, εμπορικό κατάστημα, εξωτερικό ιατρείο, ταχυδρομείο, βιβλιοθήκη, εστιατόριο, πλυσταριό, μεγάλα υπόγεια στα οποία εγκαταστάθηκαν συσκευές για το λιώσιμο των χιονιών και κλίβανοι για την καύση των απορριμμάτων.

Συνολικά στο κτίριο υπάρχουν 505 διαμερίσματα, δύο σε κάθε όροφο. Στο εσωτερικό τους φέρουν δρύινα δάπεδα και ζωγραφικό διάκοσμο στις οροφές. Τις νωπογραφίες φιλοτέχνησαν με ειδική πρόσκληση καλλιτέχνες-συντηρητές από το Ερμιτάζ. Στο εστιατόριο χορηγούνταν στους ενοίκους της πολυκατοικίας έτοιμα γεύματα και ξηρά τροφή, ώστε δεν ήταν υποχρεωμένοι να μαγειρεύουν οι ίδιοι. Γι' αυτόν τον λόγο οι κουζίνες σε όλα τα διαμερίσματα ήταν, από τον αρχικό τους σχεδιασμό ακόμη, μικροσκοπικές. Τα έπιπλα στο κτίριο ήταν ομοιόμορφα. Τα καθίσματα, τα τραπέζια, οι μπουφέδες κ.λπ. έφεραν το καθένα τον δικό του αριθμό απογραφής. Κατά την είσοδό τους στο διαμέρισμα οι ένοικοι υπέγραφαν πράξη παραλαβής, στην οποία αναφέρονταν όλα τα αντικείμενα, μέχρι και τα δρύινα καπάκια του αποχωρητηρίου.

Στον πρώτο όροφο του κτιρίου υπήρχαν μυστικά διαμερίσματα τσεκιστών (αστυνομικών της Τσέκα, έκτακτης επιτροπής αγώνα κατά της αντιεπανάστασης). Οι τσεκίστες εργάζονταν στο κτίριο προσποιούμενοι ότι ανήκουν στο προσωπικό υπηρεσίας και συναντιούνταν με τους καταδότες. Πολλοί από τους ενοίκους του κτιρίου υπήρξαν θύματα εκκαθαρίσεων στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘30, μαζί με ολόκληρες τις οικογένειές τους.

Σήμερα στο κτίριο υπάρχουν διαμερίσματα, ένα θέατρο Βαριετέ, ο κινηματογράφος Ουντάρνικ και διάφοροι εμπορικοί οργανισμοί. Εκτός αυτού, εδώ στεγάζεται το μουσείο του «Κτιρίου στην προκυμαία». Οι επιμελητές του μουσείου προσπάθησαν να ανασυστήσουν την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '30.

Πηγή: mos.ru