ΣΤΗΝ ΑΡΧΙKH ΣΕΛIΔΑ

Η φήμη τους δεν περιορίζεται στην επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας· Σ' αυτά αντικατοπτρίζεται και η ιδιαιτερότητα της ρωσικής ψυχής: Σαμοβάρια, μαντήλια, κεραμικά, όλα τους "σμιλεμένα" και από την Ιστορία, αποτελούν αναμνηστικά που θέλουν να αγοράσουν όλοι όσοι επισκέπτονται τη Ρωσία.

Ορισμένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ακολουθούν στον οδηγό αγοράς δώρων που ετοιμάσαμε.

 

Το χωριό Γκζέλ ήταν φημισμένο από παλιά για τα πήλινα αντικείμενα του. Ακόμη από την εποχή που τσάρος ήταν ο Αλεξέι Μιχαήλοβιτς (Ρομανόφ) από την περιοχή του Γκζέλ έστελναν φορτία με άργιλο τον οποίο χρησιοποιούσαν «στην κατασκευή δοχείων για φαρμακευτική και χημική χρήση».

Χαρακτηριστικό της αναγνωρισιμότητας του χωριού ήταν το γεγονός ότι, ο ίδιος ο Λομονόσοφ έλεγε ότι «πουθενά δεν έχω δει καλύτερο από αυτό το λευκό».

Η ποιότητα του αργίλου του Γκζέλ, ήταν τέτοια που στα τέλη του 18ου αιώνα, το χωριό και η γύρω περιοχή σύμφωνα με το Φαρμακευτικό διάταγμα που είχε εκδοθεί ορίσθηκε ως η περιοχή παραγωγής «σκευών για την αλχημεία». Ωστόσο, τα έργα λαϊκής τέχνης από την κατάλευκη πορσελάνη με τα μπλέ ζωγραφισμένα τοπία, δεν εμφανίσθηκαν αργότερα.

Έως τα μέσα του 18ου αιώνα, στο Γκζέλ έφτιαχναν συνηθισμένα -για την εποχή- πήλινα σκεύη, τούβλα, πλακάκια και παιδικά παιγνίδια. Τα λαμπερά λευκά ειδώλια, τα φλιτζάνια και τις κούπες, τα ζωγράφιζαν χρησιμοποιώντας χρώμα μοβ, κίτρινο, μπλε και καφέ, ενώ τα διακοσμητικά στοιχεία, που δεν ήταν άλλα από λουλούδια, φύλλα τους προσέδιδαν ένα μοναδικό λαϊκό ύφος.

Δεξιά: ζωγραφισμένα βάζα Γκζελ. Αριστερά πάνω: επιτύχιο πιάτο. Κάτω αριστερά: φούρνος ψησίματος από πορσελάνη Γκζέλ ©Sputnik/Σεργκέι Πιτακόφ / Βλαντιμίρ Βιάτκιν

Στις αρχές του 19ου αιώνα στα περίχωρα του Γκζέλ βρήκαν ένα είδος ανοιχτόχρωμου αργίλου με τον οποίο οι ντόπιοι τεχνίτες έμαθαν να φτιάχνουν σκεύη από φαγιάνς, τα οποία ήταν εύθραυστα και είχαν λίγη διάρκεια ζωής. Στην προσπάθεια τους να βελτιώσουν την ποιότητα του εμπορεύματός τους, οι ιδιοκτήτες των βιοτεχνιών κεραμοποιίας άρχισαν να πειραματίζονται με τον λευκό άργιλο και κατέληξαν να φτιάχνουν μια λεπτή φαγιάνς και πορσελάνη, κρατώντας μυστική την συνταγή κατασκευής τους.

Σήμερα όλα τα έργα από πορσελάνη αρχικά ψήνονται στους 900 βαθμούς, για να αποκτήσει η πορσελάνη την σκληρότητα που απαιτείται και στη συνέχεια τα ζωγραφίζουν.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα σκεύη και τα παιγνίδια του Γκζέλ ζωγραφίζονται αποκλειστικά και μόνο με χρώμα μπλέ κοβαλτίου.

Η διακοσμητική ζωγραφική Γκζέλ θεωρείται ζωγραφική με σμάλτο. Αρχικά το πήλινο αντικείμενο ψήνεται, στη συνέχεια επαλείφεται με σμάλτο και πάλι ψήνεται: Σ'αυτό το σημείο το κοβάλτιο αλλάζει χρώμα. Το κύριο ψήσιμο γίνεται σε θερμοκρασία 1350ο Κελσίου, μετά το οποίο οι επισμαλτομένες ζωγραφιές αποκτούν διάφορες αποχρώσεις του μπλέ.

Η τεχνοτροπία ζωγραφικής της Χοχλομά άρχισε να αναπτύσσεται στην πέραν του Βόλγα περιοχή (Ζαβόλζιε), στα περίχωρα του Νίζνι Νόβγκοραντ, τον 17ο αιώνα. Σύμφωνα με τον μύθο, ανάμεσα στους διωκόμενους εκείνη την περίοδο, υπήρχαν αρκετοί αγιογράφοι οι οποίοι έμαθαν στους ντόπιους τεχνίτες τορναδόρους την τέχνη της απομίμησης, όπως και να κατασκευάζουν «χρυσά» σκεύη χωρίς να χρησιμοποιούν χρυσό.

Τα ακατέργαστα κομμάτια που δημιουργούνται στην Χοχλομά, τα λεγόμενα λευκά, επαλείφονται με λινέλαιο, επιστρώνονται με καθαρό άργιλο και εν συνεχεία για μερικές ώρες μπαίνουν στην διαδικασία αφύγρανσης. Στη συνέχεια τα επαλείφουν μερικές φορές με λινέλαιο και τα ‘γυαλίζουν' τα τρίβουν με σκόνη αλουμινίου, με αποτέλεσμα το αντικείμενο να αποκτά μια ματ χρώματος ασημί λάμψη.

Δεξιά: το κράνος του Darth Vader ζωγράφισμένο σε τεχνοτροπία «χοχλομά». Αριστερά: διάφορα έργα και χριστουγεννιάτικα στολίδια ζωγραφισμένα με την τεχνοτροπία «χοχλομά» ©Sputnik/Όλεγκ Γκόλντ / Βλαντιμίρ Τρεφίλοφ / Αλεξέι Κουντένκο

Τα αντικείμενα που έχουν ήδη υποστεί αυτή την επεξεργασία για να αποκτήσουν το ασημί χρώμα, τα ζωγραφίζουν με χρώματα λαδιού. Τα βασικά χρώματα που χρησιμοποιούνται στη τεχνοτροπία της διακοσμητικής ζωγραφικής της Χοχλομά, είναι το κόκκινο και το μαύρο, στα οποία για να γίνουν πιο ζωντανά τα διακοσμητικά στοιχεία προσθέτουν καφέ χρώμα, ανοιχτοπράσινο ή κίτρινο. Όλα τα κομμάτια ζωγραφίζονται με το χέρι και η κάθε ζωγραφιά είναι μοναδική.

Όσο το κομμάτι διατηρεί την ασημένια του απόχρωση και δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία, δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική τεχνοτροπία Χοχλομά.

Τα ζωγραφισμένα αντικείμενα επικαλύπονται με ειδικό βερνίκι και στη συνέχεια τοποθετούνται σε φούρνο έως ότου σχηματιστεί στην επιφάνειά τους "κρούστα" χρυσού χρώματος. Αυτή είναι η περίφημη τεχνοτροπία που λέγεται «χρυσή Χοχλομά». Οι σημερινοί τεχνίτες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη τεχνοτροπία για οποιοδήποτε, που θα παραγγείλει ο κάθε πελάτης είτε πρόκειται για αυτοκίνητα, πατίνια ή ένα κράνος του Ντάρθ Βέιντερ (Darth Vader).

Ένα ακόμη θαύμα πολυχρωμίας που εντυπωσιάζει τους του ξένους επισκέπτες είναι τα ρωσικά παραδοσιακά μαντήλια με τυπωμένα σχέδια που αγοράζονται ως ενθύμιο.

Αυτό το είδος λαϊκής τέχνης αναπτύχθηκε στην παλαιά ρωσική πόλη Πάβλοφσκι Ποσάντ, στα περίχωρα της Μόσχας. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, στην πόλη υπήρχε μια βιοτεχνία μαντηλιών, που αργότερα μετεξελίχθηκε σε εργοστάσιο που έφτιαχνε μαντήλια (σάλια) με τυπωμένο σχέδια.

Αρχικά το σχέδιο τυπώνονταν πάνω στο ύφασμα με ξύλινες σφραγίδες, κάθε μία από τις οποίες είχε διαφορετικό χρώμα.

Για να δημιουργηθεί μια μαντίλα χρησιμοποιούνταν έως 400 επικαλύψεις ανάλογα με την πολυπλοκότητα του σχεδίου και τον αριθμό των χρωμάτων.

Σήμερα βάφουν τα μαντήλια χρησιμοποιώντας μεταξωτές μήτρες, χάρη στις οποίες το πλαίσιο του κοσμητικού σχεδίου, γίνεται πιο ευδιάκριτο, ενώ οι αποχρώσεις των χρωμάτων που χρησιμοποιούνται μπορούν να φθάσουν τις 30.

Δεξιά: σουβενίρ μαντήλι «Η Μόσχα με τους χρυσούς τρούλους». Αριστερά πάνω: εργαστήριο εκτυπώσεων που ανήκει στο «Εργοστάσιο μαντηλιών Πάβλοβσκι Ποσάντ». Κάτω αριστερά: κοπέλες με μαντήλια του Πάβλοβσκι Ποσάντ ©Sputnik/Βλαντιμίρ Βιάτκιν / Γκριγκόρι Σουσόγιεφ / Ντμίτρι Καραμπέϊνικοφ

Τα βασικά κοσμητικά στοιχεία της τεχνοτροπίας που χρησιμοποιείται στα μαντήλια του Πάβλοφσκι Ποσάντ είναι η φύση και τα λουλούδια τριαντάφυλλα, ντάλιες, μαργαρίτες, παπαρούνες, κρίνα, πλούσιες ανθοδέσμες και διάφορες γιρλάντες. Τα σχέδια πάνω στο μαντήλι συνδυάζονται σε σχήματα οβάλ, έχουν το σχήμα αστεριών, μεταλλίων και την μορφή των κοσμητικών λωρίδων. Στο παρελθόν έφτιαχναν μαντήλια που ήταν κυρίως από μετάξι, ενώ σήμερα, φτιάχνουν μάλλινα και βαμβακερά μαντήλια, σάλια και τραπεζομάντιλα.

Το πλέξιμο της δαντέλας στην Ρωσία έχει μια μακραίωνη παράδοση. Τα ρούχα των τσάρων και των ευγενών είχαν δαντέλες, που τις έφτιαχναν με νήματα από χρυσό, ασήμι και μετάξι, ενώ ο απλός κόσμος έβαζε στα γιορτινά του ρούχα δαντέλες από λινό νήμα.

Ξεχωριστές ήταν οι δαντέλες που έπλεκαν στον Ρωσικό Βορρά, στα περίχωρα της Βολογκντά, όπου τον 19ο αιώνα έκανε την εμφάνισή του, το πρώτο εργοστάσιο δαντέλας. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η πλέξη της δαντέλας έγινε είδος λαϊκής τέχνης στην περιοχή της Βολογκντά, με το οποίο ασχολούνταν χιλιάδες γυναίκες που γνώριζαν την τέχνη της δαντέλας στα χωριά της περιοχής. Στις αρχές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι κεντήστρες της δαντέλας έφθαναν τις 40 χιλιάδες.

¨Όταν η δαντέλα της Βολογκντά άρχισε να εμφανίζεται στα καταστήματα της Μόσχας, οι έμποροι ανέβαζαν την τιμή κι έλεγαν ότι είναι εισαγομένη από το εξωτερικό.

Ωστόσο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έπαψαν να χρησιμοποιούν τέτοια τεχνάσματα, καθώς στην δαντέλα της Βολογκντά έδιναν μεγαλύτερη αξία επειδή την έφτιαχναν οι κεντήστρες της δαντέλας από τον Ρωσικό Βορρά.

Δεξιά: αντίγραφο του πίνακα «Η κεντήστρα τη δαντέλας» του Βασίλι Τροπίνιν. Αριστερά πάνω: σαίτες πλεξίματος δαντέλας. Κάτω αριστερά: δαντέλα της Βολοκγντά του 18ου αιώνα ©Sputnik/Γιούρι Καπλούν /Αντόν Ντενίσοφ / E.Κόγκαν

Η δαντέλα της Βολογκντά υφαίνεται πάνω σ΄ένα μαξιλαράκι, με κερκίδες (σαϊτές) από άρκευθο ή σημύδα, χρησιμοποιώντας λινό νήμα και βελόνες. Το πιο σημαντικό στάδιο της κατασκευής της δαντέλας είναι ο σχεδιασμός της δαντέλας, το σχέδιο και οι παραστάσεις της, οι οποίες εν συνεχεία υφαίνονται.

Η τιμή μια δαντέλας με σύνθετες και όμορφες απεικονίσεις ενός τοπίου μπορεί να είναι πιο ακριβή από μια έτοιμη δαντέλα.

Οι δαντέλες της Βολογκντά είναι απλές μονοκόμματες ή σύνθετες με κόμπους πλεγμένους μεταξύ τους. Στις απλές δαντέλες οι υφάντριες της δαντέλας, δημιουργούν μια κορδέλα δαντέλας, ώστε να μπορεί να κοπεί το κομμάτι που θα χρησιμοποιηθεί για τις μανσέτες και τον γιακά, ή για το φινίρισμα του ρούχου.

Στις πιο σύνθετες δαντέλες που κατασκευάζονται με δύο κερκίδες (σαΐτες) και βελονάκι πλέκονται με κόμπους συνδεμένους μεταξύ τους, που σχηματίζουν διάφορα σχέδια. Χάρη σ' αυτήν την τεχνική οι υφάντριες της δαντέλας μπορούν να πλέξουν τα πιο διαφορετικά σχέδια με γεωμετρικά κοσμητικά στοιχεία, με απεικονίσεις ζώων και φυτών, ή απεικονίσεις ανθρώπων και ανακτόρων. Στον 20ο αιώνα στις δαντέλες της Βολογκντά εμφανίσθηκαν και απεικονίσεις από τον κόσμο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αρχικά τρακτέρ και αεροπλάνα και, αργότερα, δορυφόροι του Διαστήματος.

Το σαμοβάρ ή σαμοβάρι όπως συνήθως το λένε τα ελληνικά, είναι ένα στοιχείο της ρωσικής παράδοσης. Δεν υπάρχει Ρωσία χωρίς σαμοβάρ, το οποίο χρησιμοποιούν για να ζεσταίνουν το νερό που βάζουν στο τσάι που πίνουν, το εκχύλισμα του οποίου σε τσαγερό το ζεσταίνουν πάνω στο σαμόβάρ.

Η πόλη Τούλα γνωστή ως η πόλη των όπλων, όπου υπάρχουν εργοστάσια κατασκευή κυνηγετικών όπλων, θεωρείτο παραδοσιακά η πόλη στην οποία δημιουργήθηκε το σαμοβάρι, παρότι τα πρώτα σαμοβάρια στην Ρωσία κατασκευάστηκαν σ' ένα από τα εργοστάσια της δυναστείας Ντεμίντοφ στα Ουράλια.

Τα σαμοβάρια εκείνης της εποχής διέφεραν κατά πολύ από τα σύγχρονα. Αρχικά δεν τα χρησιμοποιούσαν τόσο για να βράσουν το νερό για το τσάι (το οποίο τότε ήταν ακριβό και όχι τόσο διαδεδομένο), όσο για την παρασκευή ζεστού φαγητού. Υπήρχαν μάλιστα σαμοβάρια με πολλά χωρίσματα, στα οποία μπορούσες να ετοιμάσεις ταυτόχρονα μερικά διαφορετικά φαγητά.

¨Όταν πρωτοβγήκαν τα σαμοβάρια, μπορούσαν να τα αγοράσουν μόνο εύποροι άνθρωποι, αλλά, σταδιακά, άρχισαν να εμφανίζονται στα καπηλιά. Ήταν μάλιστα πολύ γνωστά τα λεγόμενα δημόσια σαμοβάρια.

Προς τα δεξιά και προς τα αριστερά στην κορυφή: τα σαμοβάρια από την Τούλα. Κάτω αριστερά: Χριστουγεννιάτικα παιχνίδια που έχουν την μορφή σαμοβαριών ©Sputnik/ΌΛεγκ Γκόλντ /Όλεκγ Μακάροφ / Εκατερίνα Τσεσνακόβα

Μετά τη γαλλική εισβολή στη Ρωσία (σ.σ. γνωστή στη Ρωσία ως Πατριωτικός Πόλεμος του 1812), η παραγωγή των σαμοβαριών μεταφέρθηκε εξ΄ολοκλήρου στην πόλη Τούλα. Στην πόλη υπήρχαν 28 εργοστάσια τα οποία παρήγαγαν ετησίως 120.000 σαμοβάρια και τα διάφορα εξαρτήματα τους. Κάθε εργοστάσιο προσπαθούσε να δημιουργήσει το δικό του σαμοβάρι, ώστε να ξεχωρίζει από τα άλλα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η φαντασία των τεχνιτών να δημιουργήσει σαμοβάρια σε σχήμα μικρού ποτηριού αλλά και σε κρατήρα ηφαιστείου. Υπήρχαν σαμοβάρια -καφετιέρες, σαμοβάρια για τα ταξίδια, σαμοβάρια που λειτουργούν με πετρέλαιο, αλλά στη συνέχεια έπαψαν να παράγονται. Πλέον, στην Τούλα άρχισαν να κατασκευάζουν σαμοβάρια αποκλειστικά για το τσάι.

Το σαμοβάρι δεν έγινε απλά αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των Ρώσων άλλα έγινε κι ένα πολιτισμικό στοιχείο· Σ΄αυτό αναφέρθηκε και ο Ρώσος ποιητής Πούσκιν, στο έργο του «Ευγένιος Ονέγκιν».

Σουρούπωνε και στο τραπέζι/
το σαμοβάρι λαμπερό τρεμόβραζε/
ζεσταίνοντας με τον ζεστό του τον ατμό/
από κάτω, το κινεζικό το τσαγιερό.

Το άναμα του σαμοβαριού ήταν μια ολόκληρη διαδικασία,. Σήμερα αποτελεί περισσότερο μια συσκευή που μοιάζει περισσότερο με πολιτισμικό στοιχείο, το οποίο αγοράζουν οι τουρίστες για σουβενίρ. Πολύ περισσότερο που τα σημερινά σαμοβάρια είναι ηλεκτρικά και πολύ πιο εύχρηστα σε σχέση με τα παλιά που λειτουργούσαν με κάρβουνο.