ΣΤΗΝ ΑΡΧΙKH ΣΕΛIΔΑ

Πόλεις του Χρυσού Δαχτυλιδιού - μία παγκοσμίου φήμης τουριστική διαδρομή που περνά μέσα από τις αρχαίες πόλεις της κεντρικής Ρωσίας, η οποία διατηρεί τα μοναδικά μνημεία της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας, γεγονός που αντικατοπτρίζει όλα τα στάδια της ανάπτυξης της αρχαίας αρχιτεκτονικής. Μεγάλος αριθμός των αντικειμένων της περιοχής περιλαμβάνονται στον κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η περιοχή του Χρυσού Δαχτυλιδιού είναι επίσης γνωστή για τα έργα λαϊκής τέχνης. Η διαδρομή καλύπτει περιοχές της Μόσχας, του Βλαντιμίρ, του Γιαροσλάβλ, του Κοστρομά και του Ιβάνοβο.

Το ταξίδι κατά μήκος του Χρυσού Δαχτυλιδιού ξεκινά συνήθως από τη Μόσχα, αφού οι πόλεις που περιλαμβάνονται στη δημοφιλή τουριστική διαδρομή είναι πολύ πιο κοντά στην πρωτεύουσα της Ρωσίας απ' ό τι, για παράδειγμα, στην Αγία Πετρούπολη.

Η ιστοσελίδα «Ελλάδα-Ρωσία 2016» συνεχίζει το εσωτερικό ταξίδι της στο Χρυσό Δαχτυλίδι. Σειρά έχουν οι πόλεις Βλαντίμιρ, Κοστρομά, Σούζνταλ, και Ιβάνοβο.

Αστικά νοσοκομεία, τράπεζες και κτίρια εμπορικών κέντρων: Σ΄αυτήν την πόλη οποιοδήποτε άλλο κτίριο, πέραν των συμβατικών κατασκευών αποτελεί μνημείο αρχιτεκτονικής. Το Βλαντίμιρ είναι ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της αρχαίας Ρωσίας, το οποίο έχει διατηρήσει ως τις μέρες μας, σε μεγάλο βαθμό, στοιχεία εκείνης της εποχής. Η πόλη ιδρύθηκε το 990 από τον Βλαδίμηρο Α΄ του Κιέβου και συνιστά σύμβολο της αρχαίας αρχιτεκτονικής και της κλασικής ρωσικής αρχιτεκτονικής με βάση το ξύλο.

Κατά κύριο λόγο, οι επισκέπτες έρχονται στο Βλαντίμιρ για δύο έως και τρεις ημέρες. Φυσικά, αυτό το χρονικό διάστημα φαντάζει μικρό, αλλά προκειμένου κάποιος να "μυηθεί" στην ατμόσφαιρα ενός τους θησαυρούς του Χρυού Δαχτυλιδιού της Ρωσίας είναι απολύτως αρκετό. Στα βασικά αξιοθέατα της πόλης βρίσκονται και οι Χρυσές Πύλες.

Όταν χτίστηκαν, το 1164, διαμόρφωναν την μπροστινή είσοδο προς το πιο πλούσιο μέρος της πόλης, εκείνο των πριγκίπων-βογιάρων.

Πλέον, οι πύλες δε λειτουργούν μόνο ως τμήμα του εσωτερικού αστικού τοπίου αλλά και ως εξαιρετικό σημείο για να απολαύσει κανείς τη θέα. Πολύ σπάνια ένας επισκέπτης θα χάσει την ευκαιρία να «ερωτευτεί» την αρχαία πόλη αγναντεύοντάς την από ψηλά.

Καθεδρικός Ναός της Κοιμήσεως ©Sputnik/Αλεξέι Κουντένκο

Ο κύριος ναός του Βλαντίμιρ είναι ο καθεδρικός της Κοιμήσεως, ο οποίος αποτελεί το μεγαλύτερο αποθηκευτικό χώρο αρχαίων χειρογράφων και τη τη μεγάλη πριγκιπική νεκρόπολη. Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μοναδική συλλογή του από τοιχογραφίες, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Επιπλέον, το ενδιαφέρον των τουριστών προσελκύει και ο Καθεδρικός του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος χτίστηκε το 12ο αιώνα επί των ημερών του πρίγκιπα Βσέβολοντ Γ' και υπήρξε ένας από τους πιο αυθεντικούς ναούς της Αρχαίας Ρωσίας.

Η αρχική όψη του ναού έχει αλλοιωθεί, εξαιτίας πολλών πυρκαγιών. Ομως, η πέτρινη σκαλιστή επιφάνεια του ναού, διάσημη σε όλον τον κόσμο, διασώζεται μέχρι σήμερα.

Οι τουρίστες που έχουν βρεθεί εκεί επιβεβαιώνουν ότι όσοι επισκέπτονται το Βλαντίμιρ πρέπει ''υποχρεωτικά'' να περπατήσουν στο ιστορικό κέντρο της πόλης, την Καθεδρική πλατεία. Στο κέντρο της πλατείας βρίσκεται το αφιερωμένο -στην επέτειο των 850 χρόνων από την ίδρυση του Βλαντίμιρ- μνημείο. Στην πλατεία υπάρχει και το μνημείο του Αντρέι Ρουμπλιόφ, το οποίο δημιουργήθηκε το 1995.

Από τη Μόσχα στο Βλαντίμιρ μπορεί να πάει κανείς με πολλούς τρόπους, για παράδειγμα με το αυτοκίνητο από τη διαδρομή Μ7 «Βόλγας». Είναι δυνατή η μετακίνηση και με το λεωφορείο (η διαδρομή διαρκεί περίπου τρεις ώρες). Τα εμπορικά λεωφορεία εκκινούν από τη στάση Κούρσκαγια, από τις 6 το πρωί ως τις 8 το βράδυ. Τα δημόσια λεωφορία προς το Βλαντίμιρ ξεκινούν από το αμαξοστάσιο του Σιολκόβσκι.

Εκτός αυτού, η μετάβαση στο Βλαντίμιρ από τη Μόσχα είναι δυνατή και με τον ηλεκτρικό από το σιδηροδρομικό σταθμό Κούρσκαγια. Μια από τις πιο γρήγορες εναλλακτικές είναι το τρένο υψηλής ταχύτητας «Στριζ» (σ.σ. Γρήγορο), το οποίο πηγαίνει από τη Μόσχα στο Νίζνι Νόβγκοροντ. Μέχρι τη στάση στο Βλαντίμιρ, η διαδρομή με αυτό το τρένο διαρκεί λιγότερο από δύο ώρες.

Και σε όποιον δεν αρκούν οι αρχαιότητες και οι ομορφιές του Βλαντίμιρ, μπορεί να πάει πιο μακριά στη διαδρομή του Χρυσού Δαχτυλιδιού. Το πλησιέστερο σημείο είναι το Σούζνταλ. Τα τουριστικά λεωφορεία κινούνται τακτικά μεταξύ των πόλεων. Η απόσταση είναι κάτι παραπάνω από 30 χλμ και η διαδρομή περίπου 40 λεπτά.

Η πόλη Σούζνταλ, η πρώτη αναφορά για την οποία χρονολογείται από το 999 μ. Χ, αποτελεί την προστατευόμενη περιοχή της γενιάς της για την αρχαία Ρωσία. Στον τουριστικό χάρτη της πόλης του Σούζνταλ ξεχωρίζουν οι ναοί. Σε μια έκταση 9 τετραγωνικών χιλιομέτρων υπάρχουν 30 εκκλησίες, 14 καμπαναριά και πέντε μοναστήρια.

Το μοναστήρι Ριζοπολόζενσκι θεωρείται ένα από τα παλαιότερα τα οποία χτίστηκαν την περίοδο της αρχαίας Ρωσίας. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ιδρύθηκε το 1207.

Κατά τους σοβιετικούς χρόνους, το μοναστήρι Ριζοπολόζενσκι, όπως και πολλά άλλα, παρέμεινε κλειστό. Στο χώρο του μοναστηριού λειτουργούσε ένας σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας. Η δραστηριότητα των μοναχών ξαναρχίζει μόλις στα τέλη της δεκαετίας του '90. Το βασικό σημείο του μοναστηριού, το οποίο μπορεί κανείς να επισκεφτεί και σήμερα, είναι ο επιβλητικός καθεδρικός Ριζοπολόζενσκι. Όχι πολύ πιο μακριά από τον καθεδρικό με τους τρεις θόλους στέκεται το καμπαναριό Πρεποντομπένσκαγια. Ο, ύψους 72 μέτρων, πύργος με τις καμπάνες χτίστηκε αμέσως μετά τη νίκη επί των δυνάμεων του Ναπολέοντα, το 1812.

Το μοναστήρι Ποκρόβσκι χτίστηκε το 14ο αιώνα. Πέραν της βασικής λειτουργίας του, χρησιμοποιείτο και ως μέρος για το δια βίου εγκλεισμό γυναικών της υψηλής κοινωνίας πριγκιπισσών και τσαρίνων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τις εξόριζαν εδώ όχι επειδή διέπραξαν κάποιο έγκλημα, αλλά για να απαλλαγούν από τις ιδιότροπες γυναίκες. Όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, αυτός που απουσιάζει για πολύ καιρό ξεχνιέται γρήγορα.

Ναοί του Σούζνταλ ©Sputnik/Μιχαήλ Φόμιτσεφ

Ο καθεδρικός της Γεννήσεως της Θεοτόκου χτίστηκε τον 11ο αι., επί των ημερών της διακυβέρνησης του Βλαδίμηρου του Μονομάχου. Εδώ βρίσκονται οι ταφικοί θάλαμοι των μεγάλων πριγκίπων του γένους Σουίσκι, Βέλσκι, των υιών του Γιούρι Ντολγκορούσκι. Από τα παλιά χρόνια, οι τοπικοί «δια Χριστόν σαλοί» επιβεβαίωναν ότι το βουνό δίπλα στον καθεδρικό (υπό την ονομασία Ιβανόφ) διαθέτει αναζωογονητική δύναμη. Αλλά και οι σύγχρονοι ειδικοί στην εξωαισθητηριακή αντίληψη επιβεβαιώνουν ότι η γη, πάνω στην οποία στέκεται ο καθεδρικός, βρίθει θετικής ενέργειας.

Εκτός από τους ναούς, συστήνεται και μια επιμορφωτική επίσκεψη στο μουσείο «Σουρόβο Γκορόντισε». Εκεί μπορεί να δει κανείς παραδείγματα από την καθημερινή ζωή της Αρχαίας Ρωσίας. Για παράδειγμα, εκτίθενται παλιά καπέλα και κατασκευές των ημερών του πρίγκιπα Γιούρι Ντολγκορούσκι. Στο εσωτερικό του μουσείου έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας «Τσάρος», του σκηνοθέτη Πάβελ Λούνγκιν. Ακόμη, στην περιοχή διεξάγονται συχνά αναπαραστάσεις ιστορικών μαχών.

Αυτοί οι οποίοι θέλουν να ταξιδέψουν στο Σούζνταλ τον Ιούλιο μπορούν οπωσδήποτε να το κάνουν την Ημέρα του Αγγουριού. Αυτή η ημέρα γιορτάζεται στο Σούζνταλ από το 2001. Το αγγούρι θεωρείται σύμβολο της πόλης του Σούζνταλ.

Στις γιορτή παρουσιάζονται διάφορες εκδοχές πιάτων με βάση το αγγούρι. Οι συμμετέχοντες στη γιορτή μπορούν αυτήν την ημέρα να δοκιμάσουν όχι μόνο φρέσκα αγγούρια, αλλά και τηγανητά αγγούρια, παναρισμένα αγγούρια και πίτες με γέμιση αγγουριών.

Μετά το πλούσιο εκδρομικό πρόγραμμα, μπορεί κανείς να πάρει μια ανάσα στον πιο ζωντανό δρόμο της πόλης, το δρόμου του Κρεμλίνου. Εδώ βρίσκονται καταστήματα, καφέ και, φυσικά, ιστορικά μνημεία.

Το μέσο κόστος των ξενοδοχείων στο Σούζνταλ είναι περίπου το ίδιο όπως και στο Βλαντίμιρ· από 1.000 έως 4.000 ρούβλια (από 13 έως 52 ευρώ). Υπάρχει και η δυνατότητα διαμονής σε διαμερίσματα σε κατοικίες στα προάστια, οι τιμές για τα οποία ξεκινούν από 15.000 ρούβλια (περίπου 200 ευρώ) το εικοσιτετράωρο. Οι τιμές των ξενώνων ξεκινούν από 590 ρούβλια (8 ευρώ) το εικοσιτετράωρο.

 

Η Κοστρομά βρίσκεται κυριολεκτικά στην καρδιά της Ρωσίας. Η πόλη ιδρύθηκε από τον πρίγκιπα Γιούρι Ντολγκορούκι, με καταγωγή από το Ροστόφ και το Σούζνταλ, το 1152. Η περιφέρεια της Κοστρομά θεωρείται μια από τις πιο οικολογικά καθαρές περιοχές της Ρωσίας. Στην πόλη δεν υπάρχουν ανθυγιεινά προϊόντα, ενώ οι ειδικοί επισημαίνουν το χαμηλό επίπεδο της βιομηχανικής επίδρασης. Αυτή ακριβώς η οικολογία επιτρέπει στους τουρίστες όχι μόνο να δουν τις ομορφιές της, αλλά και να γευτούν τα βιολογικά της προϊόντα. Η Κοστρομά φημιζόταν ανέκαθεν για το γάλα και τα τυριά της. Δεν είναι να απορεί κανείς που η Κοστρομά χαρακτηρίζεται ως η ρωσική πρωτεύουσα του τυριού.

Γενικότερα, αυτή την πόλη μόνο με το κανονικό της όνομα δεν την αποκαλούν. Για παράδειγμα, την ονομάζουν συχνά πρωτεύουσα-κόσμημα. Ένα από τα «κοσμήματα» της θεωρείται το αρχαίο χωριό Κράσνογιε-να-Βόλγκε, το οποίο απέχει 30 χλμ. από την Κοστρομά.

Περίπου το ένα τρίτο των χρυσών και το ένα τέταρτο των ασημένιων κοσμημάτων που παράγονται στη Ρωσία κατασκευάζονται εδώ.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να γνωρίσουν την ιστορία του κλάδου, εάν επισκεφθούν το μοναδικό στο είδος του μουσείο κοσμημάτων και λαϊκής-εφαρμοσμένης τέχνης του χωριού Κράσνογιε, καθώς και να αποκτήσουν τα κοσμήματα που επιθυμούν στα τοπικά καταστήματα.

Κοστρομά ©Sputnik/Σεργκέι Κουζνετσόφ

Επίσης, η Κοστρομά θεωρείται η γενέτειρα της Κόρης του Χιονιού. Η φύση της Κοστρομά ενέπνευσε τον σπουδαίο Ρώσο δραματουργό Αλεξάντρ Οστρόφσκι, ώστε να γράψει το «Ανοιξιάτικο παραμύθι».

Πλέον, στη Κοστρομά λειτουργεί μια σειρά μουσείων αφιερωμένων στην εγγονή του (Ρώσου) Αγίου Βασίλη. Κάθε χρόνο, τον Απρίλιο, στην Κοστρομά, γιορτάζονται τα γενέθλια της Κόρης του Χιονιού.

Το κέντρο της πόλης είναι ιδανικό για βόλτες με τα πόδια. Η κατασκευή της κεντρικής πλατείας της πόλης αποτελεί ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό σύνολο των τελών του 18ου-19ου αι.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει για τους τουρίστες και ο πύργος της πυροσβεστικής. Εξαιρετικό μνημείο της περιόδου του κλασικισμού, ο ύψους 35 μέτρων πύργος της πυροσβεστικής συνιστά εδώ και πολλά χρόνια το αρχιτεκτονικό σύμβολο της Κοστρομά και το πιο ψηλό σημείο στο κέντρο της πόλης. «Τέτοιον πύργο δεν έχω ούτε στην Πετρούπολη», είχε πει για την κατασκευή ο αυτοκράτορας Νικόλαος Α'.

Στην Κοστρομά δεν μπορεί κανείς να απολαύσει μόνο τυριά και γάλα. Τα εστιατόρια της προεπαναστατικής Κοστρομά εντυπωσίαζαν τους αριστοκράτες της πρωτεύουσας, ενώ σε γιορτές όπως η Μάσλενιτσα οι επισκέπτες έρχονταν ειδικά για να γευτούν τις περίφημες κρέπες της Κοστρομά.

Σήμερα, στην πόλη προσπαθούν ακόμη να διατηρήσουν τη φήμη τους. Σε πολλά εστιατόρια της Κοστρομά προτείνουν αυτό το πιάτο-''ορόσημο'', το οποίο παρασκευάζεται σύμφωνα με την παλιά, διάσημη, γνωστή μόνο στον σεφ συνταγή.

Στην Κοστρομά μπορεί να φτάσει κανείς με τρένο από το σταθμό Γιατοσλάφ. Η διαδρομή διαρκεί λιγότερο από επτά ώρες. Το λεωφορείο προς την Κοστρομά ξεκινά από τη στάση της Μόσχας. Η διαδρομή αυτή έχει διάρκεια περίπου οκτώ ωρών.

Ωστόσο, το Χρυσό Δαχτυλίδι δεν είναι περιλαμβάνει μόνο μνημεία αρχαιοτήτων. Απόδειξη, η πόλη Ιβάνοβο, που δημιουργήθηκε το 1871 με τη συγχώνευση του χωριού Ιβάνοβο με το χωριό Βοζνεσένσκι. Μέχρι το 1932, η πολλή ήταν γνωστή ως Ιβάνοβο-Βοζνεσένσκ.

Στη Ρωσία, το Ιβάνοβο αποκαλείται πόλη των νυφών. Αυτήν την ονομασία την απέκτησε χάρη στην ανάπτυξη της βιομηχανίας υφασμάτων.

Όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς, στις επιχειρήσεις παρασκευής και επεξεργασίας υφασμάτων εργάζονταν κατά κύριο λόγο γυναίκες. Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άνδρες στην πόλη γίνονταν όλο και λιγότεροι.

Το θέμα της πόλης των νυφών αντικατοπτρίζεται στο έμβλημα της πόλης, το οποίο θεσπίστηκε το 1996 από την τοπική Δούμα του Ιβάνοβο. Σε αντίθεση με το προηγούμενο έμβλημα με τον πυρσό και την ξύλινη βάρκα, στο νέο έμβλημα απεικονίζεται μια νεαρή γυναίκα που κλώθει φορώντας την εθνική ρωσική φορεσιά. Στην πολλή διοργανώνονται συχνά γιορτές σχετικές με το θέμα των νυφών. Έτσι, την ημέρα της πόλης, στις 28 Μαΐου 2011, έγινε μια παρέλαση νυφών. Στους δρόμους της πόλης παρέλασαν 140 κοπέλες με νυφικά φορέματα.

Στη Ρωσία, το Ιβάνοβο αποκαλείται πόλη των νυφών. Αυτήν την ονομασία την απέκτησε χάρη στην ανάπτυξη της βιομηχανίας υφασμάτων. ©Sputnik/Βαρβάρα Γκιερτιέ

Το Ιβάνοβο έχει κι άλλα αξιοθέατα. Οι τουρίστες θα βρουν ενδιαφέρουσα την πρωτότυπη αρχιτεκτονική της πόλης. Η πλειοψηφία των σπιτιών του Ιβάνοβο αποτελούν δείγματα του κονστρουκτιβιστικού ύφους. Ανάμεσά τους, δεσπόζει το καραβόσπιτο, ένα από τα σύμβολα της πόλης. Ο πενταόροφος κορμός του κτιρίου έχει τη μορφή καραβιού. Η πλώρη σχηματίζει ένα λοξότμητο αέτωμα, ενώ η πρύμνη έναν οκταώροφο πύργο στην αντίθετη πλευρά. Ο χαμηλότερος όροφος του σπιτιού περιβάλλεται από τζάμια, κι έτσι, φαίνεται ότι το καραβόσπιτο βγάζει τους ατμούς του πάνω από τη γη.

Οι τουρίστες αξίζει να προσέξουν τα παλιά εξοχικά της πόλης, χτισμένα σε διάφορα ύφη -από τον κλασικισμό έως το μοντερνισμό-, καθώς και τα πολυάριθμα σπίτια των εμπόρων, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι διώροφα.

Ακόμη, συστήνεται στους επισκέπτες να δουν την παλιά υφαντουργία, χτισμένη από κόκκινο τούβλο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, τα κτίρια των μαγαζιών, των ξενοδοχείων και των νοσοκομείων, τα οποία αποτελούν κατασκευές των αρχών του 20ου αιώνα σε μοντέρνο ύφος.

Το μουσείο βαμβακιού του Ιβάνοβο αποτελεί ένα από τα βασικά μουσεία της πόλης. Τα κύρια εκθέματα που μπορεί να δει κανείς σε αυτό είναι μια μοναδική συλλογή υφασμάτων, η οποία αριθμεί περίπου 1,5 εκατομμύριο τεμάχια.

Η πόλη Ιβάνοβο βρίσκεται σε μια πολύ βολική γεωγραφική θέση για αυτούς που θέλουν να επισκεφθούν το μεγαλύτερο μέρος των πόλεων του Χρυσού Δαχτυλιδιού. Μόλις 100 χλμ. χωρίζουν το Ιβάνοβο και από το Βλαντίμιρ και από το Γιαροσλάβλ και από την Κοστρομά.

Κάθε μέρα, με αφετηρία από το σταθμό Γιαροσλάφ της Μόσχας, το τρένο με τον αριθμό 674 (αναχώρηση στις 00.20) και το τρένο με τον αριθμό 662 (αναχώρηση στις 22.05) εκτελούν το δρομολόγιο προς το Ιβάνοβο. Στο Ιβάνοβο μπορεί να φτάσει κανείς και με το λεωφορείο. Μέσα στην ημέρα, το δρομολόγιο από την κεντρική στάση Σελκόβσκι ως το Ιβάνοβο εκτελούν πάνω από 200 λεωφορεία, με τη διαδρομή να διαρκεί 5-6 ώρες.